Search engine for discovering works of Art, research articles, and books related to Art and Culture
ShareThis
Javascript must be enabled to continue!

Βιολογία του Chloropthalmus agassizi (Bonaparte, 1840) στο Ιόνιο πέλαγος

View through CrossRef
Το C. agassizi ανήκει στην οικογένεια Chlorophthalmidae. Στην παρούσα διατριβή, μελετήθηκαν η αύξηση, η αναπαραγωγική δραστηριότητα, καθώς και οι διατροφικές συνήθειες του είδους, όπως αυτά προέκυψαν από μηνιαία δείγματα που αλιεύθηκαν στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ζακύνθου και Κυλλήνης, κατά την περίοδο Δεκεμβρίου 1996 - Νοεμβρίου 1997. Για τη δειγματοληψία των ατόμων, πραγματοποιήθηκαν 92 σύρσεις με μηχανότρατα και το βάθος των σταθμών κυμαίνονταν από 303 έως 744m. Πιο συγκεκριμένα, μετρήθηκε το ολικό μήκος σε 6486 άτομα, ενώ διαβάστηκαν 2092 ωτόλιθοι. Οι ετήσιοι δακτύλιοι, ανιχνεύτηκαν με την παράλληλη παρακολούθηση των μηνιαίων κατανομών μήκους (για τις ηλικίες ένα και δύο), καθώς επίσης και με τη μελέτη των περιθωριακών αποστάσεων. Από τη μελέτη, φάνηκε ότι οι ετήσιοι δακτύλιοι ολοκληρώνονται στις αρχές του χειμώνα και έπονται της αναπαραγωγικής περιόδου. Την εποχή που ολοκληρώνεται ο πρώτος ετήσιος δακτύλιος, τα άτομα είναι στην πραγματικότητα 16-18 μηνών, ενώ από τον επόμενο χρόνο, οι δακτύλιοι σχηματίζονται ετησίως. Η μελέτη της αύξησης του είδους, έγινε με την εφαρμογή της εξίσωσης του Von Bertalanffy, με τη χρήση της κλείδας ηλικίας- μήκους, όπως προέκυψε από την ανάγνωση των ωτολίθων. Οι παράμετροι όπως υπολογίστηκαν για το C. agassizi είναι: L¥ =202,22 K= 0,20 t0= -1,6 Η εκτιμώμενη μέγιστη διάρκεια ζωής, υπολογίστηκε σε 14-15 χρόνια. Οι δώδεκα ηλικιακές ομάδες, όπως εκτιμήθηκαν από την ανάγνωση των ωτολίθων, καλύπτουν ικανοποιητικά το είδος. Από τη σχέση μήκους- βάρους, φαίνεται ότι ισχύει η εξίσωση: W= 0,0000026 * TL3,17. Το είδος, αλιεύθηκε σε βάθη από 300- 700 m. Η σχέση που συνδέει το ολικό μήκος σώματος με το βάθος, έδειξε πως υπάρχει σημαντική αύξηση του μήκους σε σχέση με αυτό. Συγκεκριμένα, το είδος ακολουθεί το φαινόμενο «bigger- deeper» (MacPherson and Duarte, 1991; Stefanescu et al., 1992; Moranta et al., 2004), όπως πολλά άλλα βαθυπελαγικά είδη, υποδεικνύοντας οντογενετικές μεταναστεύσεις προς τα βαθύτερα στρώματα. Το C. agassizi είναι σύγχρονο ερμαφρόδιτο και πολλαπλός ωαποθέτης, με περίοδο ωοτοκίας από τον Απρίλιο έως Οκτώβριο/Νοέμβριο, όπως επιβεβαιώθηκε από τη μικροσκοπική εξέταση των γονάδων και τις μεταβολές του γοναδοσωματικού δείκτη. Η αναπαραγωγική περίοδος στο αρσενικό τμήμα είναι πιο εκτεταμένη (Νοέμβριος) σε σχέση με αυτή του θηλυκού (Οκτώβριος). Ατομα με μήκος σώματος μικρότερο από 90 mm, είναι δυνατόν να έχουν ώριμες αρσενικές γονάδες, ενώ δεν παρατηρήθηκε κανένα άτομο στο αντίστοιχο μέγεθος, να φέρει ώριμη ωοθήκη. Η διασταυρούμενη αναπαραγωγή (cross- fertilization) φαίνεται ως μια εύλογη υπόθεση για την αναπαραγωγή του είδους. Η εξέταση της εποχιακής εξέλιξης του ποσοστού των ενεργών γεννητόρων κάθε κλάσης, έδειξε σαφείς διαφορές στο ρυθμό με τον οποίο άτομα διαφορετικού μεγέθους, προφανώς και ηλικίας, στρατολογούνται στον αναπαραγόμενο πληθυσμό. Η ύστερη και μετατοπισμένη προς το τέλος αναπαραγωγική περίοδος που παρουσίασαν τα μικρότερα άτομα, είναι ένα φαινόμενο κοινό και σε άλλους πληθυσμούς Τελεόστεων. Το μήκος των κατά 50% ώριμων «θηλυκών» και «αρσενικών» (TL50) κατά τη διάρκεια της μέγιστης αναπαραγωγικής περιόδου του είδους, ύστερα από την ιστολογική διάκριση των θηλυκών/ αρσενικών σε ώριμα και ανώριμα, βρέθηκε για το θηλυκό τμήμα να ισούτε με 117 mm και για το αρσενικό, με 113 mm. Μελετήθηκαν επίσης, οι μηνιαίες διακυμάνσεις του γοναδοσωματικού και ηπατοσωματικού δείκτη, καθώς και του συντελεστή ευρωστίας. Το πρότυπο με το οποίο μεταβάλλονται οι τρεις αυτοί στενά εξαρτημένοι δείκτες, έχει κοινά γνωρίσματα, με μια διαφορά φάσης. Στο τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου, οι χαμηλές τιμές του γοναδοσωματικού δείκτη, χρησιμοποιήθηκαν ως βοηθητικός οδηγός, ώστε σε συνδιασμό με την παρουσία ατρησίας στα ιστολογικά παρασκευάσματα, να καθορίσουν το τέλος της περιόδο ωοτοκίας. Οι υψηλές τιμές του συντελεστή ευρωστίας, αμέσως μετά την ωοτοκία, συμπίπτει με την εποχή έντονης τροφοληψίας, όπου τα άτομα εξαντλημένα από μια παρατεταμένη αναπαραγωγική περίοδο, αυξάνουν τη θηρευτική τους δραστηριότητα. Το C. agassizi είναι ικανός σαρκοφάγος θηρευτής μεσοπελαγικών, κύρια, λειών. Το είδος δείχνει να καταναλώνει πελαγικούς οργανισμούς (πελαγικά καρκινοειδή, όπως ευφασεώδη, δεκάποδα, μυσιδώδη), άτομα μεγάλου μεγέθους με μεγάλη κινητική ικανότητα (όπως δεκάποδα και ψάρια), αλλά και επιβενθικούς οργανισμούς, που βρίσκονται πάνω στο πυθμένα ή λίγο θαμμένοι στο υπόστρωμα. Η ένταση της διατροφής του είδους είναι μεγάλη. Τόσο το στομαχικό περιεχόμενο, όσο και η μέση πληρότητα δείχνουν ότι το είδος τρέφεται καλά καθόλη τη διάρκεια του χρόνου. Σ’ αυτό συνηγορεί και ο σχεδόν μηδενικός δείκτης κενότητας στομάχου που παρουσιάζει. Η δίαιτά του, παρουσιάζει μικρές εποχιακές διαφοροποιήσεις. Το φθινόπωρο, παρατηρούνται κάποιες αλλαγές στη διατροφική του εικόνα που συνεχίζονται και το χειμώνα, όπως μέγιστη τιμή ποικιλότητας, βάρους στομαχικού περιεχομένου, δείκτη κορεσμού και πληρότητας, καθώς επίσης και αύξηση της θηρευτικής του ικανότητας.
National Documentation Centre (EKT)
Title: Βιολογία του Chloropthalmus agassizi (Bonaparte, 1840) στο Ιόνιο πέλαγος
Description:
Το C.
agassizi ανήκει στην οικογένεια Chlorophthalmidae.
Στην παρούσα διατριβή, μελετήθηκαν η αύξηση, η αναπαραγωγική δραστηριότητα, καθώς και οι διατροφικές συνήθειες του είδους, όπως αυτά προέκυψαν από μηνιαία δείγματα που αλιεύθηκαν στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ζακύνθου και Κυλλήνης, κατά την περίοδο Δεκεμβρίου 1996 - Νοεμβρίου 1997.
Για τη δειγματοληψία των ατόμων, πραγματοποιήθηκαν 92 σύρσεις με μηχανότρατα και το βάθος των σταθμών κυμαίνονταν από 303 έως 744m.
Πιο συγκεκριμένα, μετρήθηκε το ολικό μήκος σε 6486 άτομα, ενώ διαβάστηκαν 2092 ωτόλιθοι.
Οι ετήσιοι δακτύλιοι, ανιχνεύτηκαν με την παράλληλη παρακολούθηση των μηνιαίων κατανομών μήκους (για τις ηλικίες ένα και δύο), καθώς επίσης και με τη μελέτη των περιθωριακών αποστάσεων.
Από τη μελέτη, φάνηκε ότι οι ετήσιοι δακτύλιοι ολοκληρώνονται στις αρχές του χειμώνα και έπονται της αναπαραγωγικής περιόδου.
Την εποχή που ολοκληρώνεται ο πρώτος ετήσιος δακτύλιος, τα άτομα είναι στην πραγματικότητα 16-18 μηνών, ενώ από τον επόμενο χρόνο, οι δακτύλιοι σχηματίζονται ετησίως.
Η μελέτη της αύξησης του είδους, έγινε με την εφαρμογή της εξίσωσης του Von Bertalanffy, με τη χρήση της κλείδας ηλικίας- μήκους, όπως προέκυψε από την ανάγνωση των ωτολίθων.
Οι παράμετροι όπως υπολογίστηκαν για το C.
agassizi είναι: L¥ =202,22 K= 0,20 t0= -1,6 Η εκτιμώμενη μέγιστη διάρκεια ζωής, υπολογίστηκε σε 14-15 χρόνια.
Οι δώδεκα ηλικιακές ομάδες, όπως εκτιμήθηκαν από την ανάγνωση των ωτολίθων, καλύπτουν ικανοποιητικά το είδος.
Από τη σχέση μήκους- βάρους, φαίνεται ότι ισχύει η εξίσωση: W= 0,0000026 * TL3,17.
Το είδος, αλιεύθηκε σε βάθη από 300- 700 m.
Η σχέση που συνδέει το ολικό μήκος σώματος με το βάθος, έδειξε πως υπάρχει σημαντική αύξηση του μήκους σε σχέση με αυτό.
Συγκεκριμένα, το είδος ακολουθεί το φαινόμενο «bigger- deeper» (MacPherson and Duarte, 1991; Stefanescu et al.
, 1992; Moranta et al.
, 2004), όπως πολλά άλλα βαθυπελαγικά είδη, υποδεικνύοντας οντογενετικές μεταναστεύσεις προς τα βαθύτερα στρώματα.
Το C.
agassizi είναι σύγχρονο ερμαφρόδιτο και πολλαπλός ωαποθέτης, με περίοδο ωοτοκίας από τον Απρίλιο έως Οκτώβριο/Νοέμβριο, όπως επιβεβαιώθηκε από τη μικροσκοπική εξέταση των γονάδων και τις μεταβολές του γοναδοσωματικού δείκτη.
Η αναπαραγωγική περίοδος στο αρσενικό τμήμα είναι πιο εκτεταμένη (Νοέμβριος) σε σχέση με αυτή του θηλυκού (Οκτώβριος).
Ατομα με μήκος σώματος μικρότερο από 90 mm, είναι δυνατόν να έχουν ώριμες αρσενικές γονάδες, ενώ δεν παρατηρήθηκε κανένα άτομο στο αντίστοιχο μέγεθος, να φέρει ώριμη ωοθήκη.
Η διασταυρούμενη αναπαραγωγή (cross- fertilization) φαίνεται ως μια εύλογη υπόθεση για την αναπαραγωγή του είδους.
Η εξέταση της εποχιακής εξέλιξης του ποσοστού των ενεργών γεννητόρων κάθε κλάσης, έδειξε σαφείς διαφορές στο ρυθμό με τον οποίο άτομα διαφορετικού μεγέθους, προφανώς και ηλικίας, στρατολογούνται στον αναπαραγόμενο πληθυσμό.
Η ύστερη και μετατοπισμένη προς το τέλος αναπαραγωγική περίοδος που παρουσίασαν τα μικρότερα άτομα, είναι ένα φαινόμενο κοινό και σε άλλους πληθυσμούς Τελεόστεων.
Το μήκος των κατά 50% ώριμων «θηλυκών» και «αρσενικών» (TL50) κατά τη διάρκεια της μέγιστης αναπαραγωγικής περιόδου του είδους, ύστερα από την ιστολογική διάκριση των θηλυκών/ αρσενικών σε ώριμα και ανώριμα, βρέθηκε για το θηλυκό τμήμα να ισούτε με 117 mm και για το αρσενικό, με 113 mm.
Μελετήθηκαν επίσης, οι μηνιαίες διακυμάνσεις του γοναδοσωματικού και ηπατοσωματικού δείκτη, καθώς και του συντελεστή ευρωστίας.
Το πρότυπο με το οποίο μεταβάλλονται οι τρεις αυτοί στενά εξαρτημένοι δείκτες, έχει κοινά γνωρίσματα, με μια διαφορά φάσης.
Στο τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου, οι χαμηλές τιμές του γοναδοσωματικού δείκτη, χρησιμοποιήθηκαν ως βοηθητικός οδηγός, ώστε σε συνδιασμό με την παρουσία ατρησίας στα ιστολογικά παρασκευάσματα, να καθορίσουν το τέλος της περιόδο ωοτοκίας.
Οι υψηλές τιμές του συντελεστή ευρωστίας, αμέσως μετά την ωοτοκία, συμπίπτει με την εποχή έντονης τροφοληψίας, όπου τα άτομα εξαντλημένα από μια παρατεταμένη αναπαραγωγική περίοδο, αυξάνουν τη θηρευτική τους δραστηριότητα.
Το C.
agassizi είναι ικανός σαρκοφάγος θηρευτής μεσοπελαγικών, κύρια, λειών.
Το είδος δείχνει να καταναλώνει πελαγικούς οργανισμούς (πελαγικά καρκινοειδή, όπως ευφασεώδη, δεκάποδα, μυσιδώδη), άτομα μεγάλου μεγέθους με μεγάλη κινητική ικανότητα (όπως δεκάποδα και ψάρια), αλλά και επιβενθικούς οργανισμούς, που βρίσκονται πάνω στο πυθμένα ή λίγο θαμμένοι στο υπόστρωμα.
Η ένταση της διατροφής του είδους είναι μεγάλη.
Τόσο το στομαχικό περιεχόμενο, όσο και η μέση πληρότητα δείχνουν ότι το είδος τρέφεται καλά καθόλη τη διάρκεια του χρόνου.
Σ’ αυτό συνηγορεί και ο σχεδόν μηδενικός δείκτης κενότητας στομάχου που παρουσιάζει.
Η δίαιτά του, παρουσιάζει μικρές εποχιακές διαφοροποιήσεις.
Το φθινόπωρο, παρατηρούνται κάποιες αλλαγές στη διατροφική του εικόνα που συνεχίζονται και το χειμώνα, όπως μέγιστη τιμή ποικιλότητας, βάρους στομαχικού περιεχομένου, δείκτη κορεσμού και πληρότητας, καθώς επίσης και αύξηση της θηρευτικής του ικανότητας.

Related Results

Η αρμονική σύνθεση ως φορέας θεμελιωδών αρχών στην καλλιτεχνική δημιουργία
Η αρμονική σύνθεση ως φορέας θεμελιωδών αρχών στην καλλιτεχνική δημιουργία
Το όνομα και το έργο του Vermeer συχνά συνδέεται από τους μελετητές του με ένα μυστήριο. Τα περισσότερα από τα κείμενα που αναφέρονται στον Vermeer σχετίζονται με την οικογένειά το...
Συγκριτική μελέτη της οστεοτομίας Weil με τριπλή οστεοτομία Weil για την αντιμετώπιση της μεταταρσαλγίας
Συγκριτική μελέτη της οστεοτομίας Weil με τριπλή οστεοτομία Weil για την αντιμετώπιση της μεταταρσαλγίας
Εισαγωγή Η χειρουργική αντιμετώπιση της μεταταρσαλγίας αποτέλεσε επί δεκαετίες ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα, εξαιτίας της αρχικής έλλειψης μιας ξεκάθαρης διάκρισης μεταξύ των διαφόρων τ...
Three medieval Islamic brasses and the Mosul tradition of inlaid metalwork
Three medieval Islamic brasses and the Mosul tradition of inlaid metalwork
Στο άρθρο αυτό παρουσιάζονται τρία έργα από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη που μπορούν να σκιαγραφήσουν την πορεία της ένθετης μεταλλοτεχνίας στην Εγγύς Ανατολή και χρονολογικά κα...
BiVO4 inverse opal photonic catalysts
BiVO4 inverse opal photonic catalysts
Το βαναδικό βισμούθιο (BiVO4) είναι ημιαγωγός τύπου-n που έχει προσελκύσει σημαντικό ερευνητικό ενδιαφέρον μεταξύ των οξειδίων των μετάλλων μετάπτωσης λόγω της υψηλής του απόδοσης ...
Απομόνωση και ανασύσταση μυκητιακών διαμεμβρανικών πρωτεϊνών
Απομόνωση και ανασύσταση μυκητιακών διαμεμβρανικών πρωτεϊνών
Σκοπός της παρούσας διατριβής ήταν η χρήση μοριακών εργαλείων για την ανάπτυξη καινοτόμων προσεγγίσεων στη μελέτη και την περαιτέρω κατανόηση των σχέσεων δομής-λειτουργίας του μετα...
Der Raum der Stadt als umkämpftes Konfrontationsfeld
Der Raum der Stadt als umkämpftes Konfrontationsfeld
Την περίοδο του Μεσοπολέμου η Βιέννη αποτέλεσε τον τόπο ενός πρωτότυπου εγχειρήματος κοινωνικού μετασχηματισμού μέσω της εφαρμογής ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων προς όφελος των ...
Computational investigation of the interaction between neighboring tunnels
Computational investigation of the interaction between neighboring tunnels
Αντικείμενο της παρούσας διατριβής είναι η μελέτη της αλληλεπίδρασης μεταξύ γειτονικών σηράγγων, η οποία διερευνάται πρωτίστως μέσω της εκπόνησης μεγάλου αριθμού παραμετρικών τριδι...
Αξιοποίηση βακτηριακών γονιδίων hrp/hrc για την ανάπτυξη ανθεκτικότητας σε αβιοτικές καταπονήσεις
Αξιοποίηση βακτηριακών γονιδίων hrp/hrc για την ανάπτυξη ανθεκτικότητας σε αβιοτικές καταπονήσεις
Η έκθεση των φυτών σε δυσμενή περιβάλλοντα αποβαίνει εξαιρετικά επισφαλής για την παραγωγικότητα και ικανότητα επιβίωσής τους, επιφέροντας παράλληλα ανάλογες προσαρμογές στα προγρά...

Back to Top