Search engine for discovering works of Art, research articles, and books related to Art and Culture
ShareThis
Javascript must be enabled to continue!

Der Raum der Stadt als umkämpftes Konfrontationsfeld

View through CrossRef
Την περίοδο του Μεσοπολέμου η Βιέννη αποτέλεσε τον τόπο ενός πρωτότυπου εγχειρήματος κοινωνικού μετασχηματισμού μέσω της εφαρμογής ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων. Φορέας και οργανωτής αυτής της προσπάθειας υπήρξε το αυστριακό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SDAP), το οποίο από το 1919 μέχρι και το 1934 χάρη στην απόλυτη πλειοψηφία που κατακτούσε στις εκλογές ήλεγχε την τοπική κυβέρνηση. Επρόκειτο για έναν τεράστιο οργανισμό ο οποίος είχε εκατοντάδες χιλιάδες μέλη και ένα εκτεταμένο δίκτυο συνδικάτων και οργανώσεων υπό τον έλεγχο του, μέσω των οποίων επιχειρούσε να καλύψει κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, «από την κούνια μέχρι την τεφροδόχο». Το πρόγραμμα των σοσιαλδημοκρατών στόχευε στον εκσυγχρονισμό και την επέκταση του εκπαιδευτικού και υγειονομικού συστήματος, στο να ενώσει και να οργανώσει ολόκληρη την εργατική τάξη, ή μάλλον, να την εκπροσωπήσει στην δημιουργία μιας πολιτιστικής ηγεμονίας, η οποία θεωρούνταν ως απαραίτητο βήμα πριν την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας σε κεντρικό επίπεδο. Στόχος ήταν η δημιουργία «νέων» ανθρώπων, καθώς μόνο πνευματικά και σωματικά υγιείς άνθρωποι ήταν κατά την άποψη των ηγετών της σε θέση να πραγματοποιήσουν αυτό το καθήκον. Ωστόσο, επειδή αυτός ο ιδεότυπος ήταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα, η ηγεσία συχνά κατηγορούσε τους εργάτες για έλλειψη «προλεταριακού πνεύματος», και ότι οι εργάτες δεν εκπλήρωναν τα «καθήκοντα» και τις «ευθύνες» τους. Έτσι, ενώ το προλεταριάτο θεωρούνταν ο νέος μεσσίας της κοινωνίας και ηθικά ανώτερο από όλες τις άλλες τάξεις, η ηγεσία δεν του έδειχνε μεγάλη εμπιστοσύνη και η αυτενέργεια και η ανάληψη πρωτοβουλιών από τους εργάτες δεν ενθαρρύνονταν αλλά μάλλον καταπνίγονταν. Οι κατώτερες τάξεις θεωρούνταν «ακαλλιέργητες» και έπρεπε να κηδεμονεύονται σε όλα τα επίπεδα. Ιδιαίτερα οι γυναίκες, που αντιμετωπίζονταν κυρίως ως μητέρες, με τη σταθεροποίηση της πυρηνικής οικογένειας να αποτελεί κεντρικό στόχο. Μέσα από ένα εκτεταμένο δίκτυο συνδικάτων και οργανώσεων επιδιώκετο να καλυφτεί και ελεγχθεί κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Έτσι λίγα μέλη ήταν πραγματικά ενεργά. Η ύψιστη προτεραιότητα ήταν η ενότητα του κόμματος. Ήταν ένας αυστηρά ιεραρχικός μηχανισμός, δομημένος από πάνω προς τα κάτω. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν από έναν στενό κύκλο. Η εσωτερική δημοκρατία ήταν περιορισμένη και οι συζητήσεις και οι αντιπαραθέσεις σε επίπεδο βάσης ήταν σπάνιες, ενώ γινόταν διάκριση μεταξύ «καλών» και «κακών» προλετάριων και επίκληση στα αισθήματα αξιοπρέπειας των «εργατικών και επιμελών ανθρώπων». Αυτό που κάνει μέχρι και σήμερα το παράδειγμα της «κόκκινης Βιέννης» να ξεχωρίζει είναι το γιγαντιαίο πρόγραμμα κατασκευής κοινωνικών κατοικιών, με το οποίο επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί το οξύ στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε η πόλη. Με βάση τον Μαρξ, το εργατικό κίνημα θεωρούσε το ζήτημα της στέγασης ως άλυτο στον καπιταλισμό. Επικρατούσε επίσης ο φόβος πως οι εργάτες θα ενσωματώνονταν στο σύστημα αν αποκτούσαν μόνιμη κατοικία. Οι Αυστρομαρξιστές αντίθετα είχαν υιοθετήσει μια θετική στάση απέναντι στη σύγχρονη μητρόπολη, ως ένα μέρος όπου το προλεταριάτο θα μπορούσε να αναπτυχθεί, να αναπτύξει ταξική συνείδηση και να συνδεθεί με το κόμμα. Ωστόσο, δεν είχαν μια πραγματική ιδέα για το πώς να λύσουν το πρόβλημα. Η σοβαρή έλλειψη στέγασης ανάγκασε τη νέα δημοτική αρχή της Βιέννης να λάβει άμεσα μέτρα, αλλά το μεγάλης κλίμακας στεγαστικό πρόγραμμα δεν ήταν στις αρχικές τις προθέσεις και προέκυψε μόνο σταδιακά. Δεδομένου ότι στην πόλη υπήρχαν πολύ λίγα μεγάλα εργοστάσια, υπήρχε η ελπίδα ότι η εργατική τάξη θα γινόταν κατορθωτό να μετασχηματιστεί στο πεδίο της αναπαραγωγής, εντός των μεγάλων συγκροτημάτων κατοικιών του δήμου. Η νέα ποιότητα στέγασης είχε ως στόχο να δημιουργήσει νέους ανθρώπους με διαφορετικές συνήθειες, επομένως οι ενοικιαστές επιλέγονταν προσεκτικά ώστε να αντιστοιχούν στον ιδανικό τύπο του παραγωγικού εργάτη και οικογενειάρχη. Βελτιώνοντας τις συνθήκες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στόχος ήταν και η εξασφάλιση ενός πιο παραγωγικού εργατικού δυναμικού, που θα βοηθούσε στην αύξηση της παραγωγής και στην ανάπτυξη της οικονομίας. Ως αποτέλεσμα στέγη δεν παρεχόταν σε όσους την είχαν περισσότερο ανάγκη και η πόλη συνέχιζε να είναι γεμάτη άστεγους. Οι ένοικοι των νέων συγκροτημάτων έβρισκαν έναν έτοιμο κατασκευασμένο από «ειδικούς» χώρο, στον οποίο λίγα πράγματα μπορούσαν να αλλάξουν, με τις ατομικές τους ανάγκες να μην λαμβάνονται υπ όψιν. Έπρεπε να τηρούν αυστηρούς κανόνες, η επιτήρηση και ο δεσποτισμός του εργοστασίου μεταφέρθηκαν έτσι και στον τόπο κατοικίας. Με την εξουσία του επιστάτη μετακόμισε και η κρατική εξουσία , το κράτος επεκτάθηκε σε νέες σφαίρες, επεκτεινόμενο εντός της ζωής των ενοικιαστών. Οι κοινωνικές συναναστροφές των ενοίκων επιδιώκετο να διαμεσολαβούνται από τις κομματικές δομές. Έτσι, η προλεταριακή αλληλεγγύη θεσμοθετήθηκε, καταλύθηκε και τυποποιήθηκε. Βάση για αυτές τις σκέψεις είναι η θεωρητική προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η κοινωνία δεν υπάρχει εκτός του χώρου, ο οποίος πρέπει να νοηθεί ως το κοινωνικό προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και ταξικών σχέσεων. Η καπιταλιστική πόλη δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένη, αλλά πάντα «υπό κατασκευή». Είναι ένα σύνθετο οικοσύστημα που δημιουργείται από την ανθρώπινη εργασία, ωστόσο αυτή η εργασία δεν αναγνωρίζεται κοινωνικά. Η άνιση πρόσβαση διαφορετικών τάξεων, ομάδων και φύλων στον δημόσιο χώρο δημιουργεί διαφορετικές αντιλή ψεις για την καθημερινή ζωή και τον αστικό χώρο, τον καθιστά ένα αμφισβητούμενο πεδίο αντιπαράθεσης. Αυτά που φέρνουν τους ανθρώπους κοντά δεν βρίσκονται επομένως μόνο στον χώρο εργασίας. Ομοίως, η ταξική πάλη διεξάγεται και εκτός παραγωγής. Δεν πρόκειται απλά για έναν αγώνα για τον έλεγχο των μέσων παραγωγής και του κοινωνικού πλεονάσματος. Ομοίως, μορφές εκμετάλλευσης και καταπίεσης υπάρχουν και εκτός του χώρου εργασίαςΣτόχος αυτής της εργασίας είναι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα κατάφερε να οικοδομήσει τις συμμαχίες του με συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και στρώματα. Ποια ήταν τα συγκεκριμένα υλικά συμφέροντα που αυτά έβλεπαν να εκπροσωπούνται στην πολιτική του SDAP; Ποιον ρόλο έπαιζαν ο πολιτισμός, ο αθλητισμός και ο τύπος στη συλλογική τους διαμόρφωση και την ταύτιση τους με το συγκεκριμένο κόμμα; Πάνω απ όλα όμως με ενδιαφέρει να κατανοήσω τις συνδέσεις μεταξύ της διαχείρισης του αστικού χώρου από τη σοσιαλδημοκρατική δημοτική αρχή και του σχηματισμού αυτών των τοπικών συμμαχιών, καθώς και τις συγκρούσεις και τις εντάσεις που προέκυπταν από το γεγονός ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν και εφαρμόζονταν «από τα πάνω», χωρίς τη συμβολή της βάσης. Συχνά μάλιστα έρχονταν και σε αντίθεση με τις πρακτικές, τον τρόπο ζωής και τις ανάγκες των στρωμάτων αυτών. Η επιδίωξη της ηγεσίας να ρυθμίζει και να ελέγχει κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής δημιουργούσε ένα πλαίσιο που από τους περισσότερους εκλαμβανόταν ως ασφυκτικό και από το οποίο αναζητούσαν τρόπους για να ξεφύγουν. Η περίοδος του Μεσοπολέμου χαρακτηρίζεται και στην Αυστρία από την αυξημένη προθυμία χρήσης (πολιτικής) βίας. Ειδικά οι δυνάμεις της Δεξιάς κατέφευγαν στη βία για να επιτύχουν τους στόχους τους και να εκφοβίσουν τους αντιπάλους τους. Πάντως όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα διατηρούσαν «ενώσεις αυτοάμυνας». Το SDAP διατήρησε μια αμφίσημη στάση απέναντι στη «βία» (αν και στη συγκεκριμένη εργασία υιοθετείται η άποψη πως δεν υπάρχει ένας γενικός, συμπεριληπτικός ορισμός της «βίας»). Αφενός προέτασε τη στρατηγική της «αμυντικής βίας», της χρήσης ένοπλων μέσων μόνο στην περίπτωση που θα απειλούνταν οι δημοκρατικοί θεσμοί. Αφετέρου, χρησιμοποιούσε στρατιωτική ορολογία και συχνά υποστήριζε τη διατάραξη πολιτικών συγκεντρώσεων άλλων κομμάτων. Το 1927 στη Βιέννη, η κατάσταση μεγάλων τμημάτων των κατώτερων τάξεων ήταν ακόμα επισφαλής. Η φτώχεια, η ανεργία, οι άθλιες συνθήκες στέγασης, ακόμη και η πείνα και οι ασθένειες εξακολουθούσαν να χαρακτηρίζουν την καθημερινή ζωή πολλών για τους οποίους οι σοσιαλδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις δεν έφερναν αρκετά γρήγορα αποτελέσματα. Έτσι, η εμπιστοσύνη αυτών των ανθρώπων στη Δημοκρατία και τους θεσμούς της δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλή, και το ταξικό μίσος προς τους εύπορους ήταν έντονο, κάτι που επηρέασε και την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών. Επειδή ανήκαν σε διαφορετικούς κόσμους, είχαν διαφορετικές εμπειρίες ζωής και επομένως διαφορετικές συμπεριφορές. Μετά από μια σειρά δικαστικών αποφάσεων που αθώωναν δολοφόνους των εργατών, η συσσωρευμένη κοινωνική οργή ξέσπασε τελικά στις 15 Ιουλίου 1927, με την εξέγερση να αφήνει πίσω της 84 νεκρούς διαδηλωτές και περαστικούς και 5 από την πλευρά των δυνάμεων ασφαλείας, όπως και μεγάλες καταστροφές, με το δικαστικό μέγαρο να παραδίδεται στις φλόγες. Η ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να μεταθέσει την ευθύνη για τα γεγονότα σε μια μικρή μειοψηφία εκτός κινήματος. Ως αποτέλεσμα έχασε σε υποστήριξη και από τις δύο πλευρές: τόσο από τους πιο συντηρητικούς της ψηφοφόρους που φοβήθηκαν από τα γεγονότα, όσο και από εκείνους που είχαν βγεί εκείνη την ημέρα στους δρόμους, ερχόμενοι αντιμέτωποι με τις σφαίρες της αστυνομίας. Τέτοιες ρήξεις εμπιστοσύνης δεν είναι βέβαια πάντα άμεσα εμφανείς, αλλά το γεγονός είναι ότι μετά τις 15. Ιουλίου 1927, η εμπιστοσύνη πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξης στο κόμμα δεν ήταν πλέον η ίδια. Η Βιέννη εκείνης της περιόδου ήταν μια πολυεθνική, αλλά σε καμία περίπτωση μια πολυπολιτισμική κοινωνία. Το ίδιο το SDAP ήταν πεπεισμένο για την ανωτερότητα της γερμανικής γλώσσας και του γερμανικού πολιτισμού και την (υποτιθέμενη) εκπολιτιστική του αποστολή, η οποία υποτίθεται ότι θα εγγυόταν την πολιτιστική πρόοδο ολόκληρης της ανθρωπότητας. Οι ιδέες του μεγαλογερμανικού εθνικισμού ασκούσαν επίσης σημαντική επιρροή. Η Βιέννη θεωρούνταν μια μεγάλη, παλιά πολιτιστική πόλη και οι κατώτερες τάξεις έπρεπε να αποκτήσουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στον εθνικό πολιτισμό, ο οποίος θεωρούνταν το σημείο αναφοράς όλων των πραγμάτων. Η ηγεσία εναντιωνόταν στην «κουλτούρα της διασκέδασης», στις «φθηνές» και πληθωρικές απολαύσεις. Οι ιστορικά ανεπτυγμένες υποκουλτούρες της εργατικής τάξης και οι μορφές λαϊκής κουλτούρας καταπολεμήθηκαν ή περιφρονήθηκαν, και οι εμπειρίες των εργατών δεν ελήφθησαν υπόψη. Η απόσταση μεταξύ εργατών και διανοουμένων, ή μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, δεν εξαλείφθηκε αλλά μάλιστα βάθυνε. Η μάθηση υποτίθεται ότι θα γινόταν όχι μέσω της πράξης, αλλά μέσω της εκπαίδευσης και της ανάγνωσης. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, κυριάρχησε μια άκριτη υιοθέτηση οτιδήποτε έμοιαζε να υπόσχεται την εξασφάλιση της ενίσχυσης του κόμματος, οδηγώντας πολλούς στο εσωτερικό του να καταφέρονται ενάντια σε αυτή την «εμπορευματοποίηση». Τα αυξανόμενα αδιέξοδα της στρατηγικής, του κόμματος οδήγησε στην «αισθητικοποίηση της πολιτικής» και στην ολοένα και μεγαλύτερη επίκληση στα συναισθήματα, παρά την κρίση, του ακροατηρίου. παρά στη διάνοια των οπαδών του. Μεγάλα γεγονότα και εκδηλώσεις είχαν ως στόχο να διευκολύνουν την προσέλκυση νέων μελών και την ταχεία ενσωμάτωσή τους στο κίνημα. Στόχος ήταν να πειστούν με απλά λόγια και εικόνες, χωρίς να χρειάζεται κανείς να ασχοληθεί με τις προσωπικές ανάγκες του κάθε ατόμου. Ο πολιτισμός, όπως και ο αθλητισμός έγιναν υποκατάστατο όχι μόνο της αποτυχίας κατάληψης της εξουσίας, αλλά και της έλλειψης μαχητικότητας των συνδικάτων, τα οποία απέτυχαν να αναλάβουν δράση ενάντια στους χαμηλούς μισθούς. Έγιναν μέσα ελέγχου, αλλά και διοχέτευσης της ενέργειας και της απογοήτευσης της βάσης. Έτσι, οι μάζες όχι μόνο δαιμονοποιήθηκαν, αλλά και μυθοποιήθηκαν, ηρωοποιήθηκαν και μυστικοποιήθηκαν. Η μάζα των πιστών οπαδών αντιπαραβλήθηκε με τις άτακτες, ανοργάνωτες, μάζες. Ένας πειθαρχημένος, κινητοποιημένος στρατός, προσανατολισμένος στο να εμπνέει τα μέλη του κινήματος, να εντυπωσιάζει πιθανούς υποστηρικτές και να τρομάζει τους αντιπάλους του. Έτσι, οι μάζες έγιναν ένα τεράστιο σκηνικό για τους ηγέτες του κινήματος, ώστε να επιδείξουν την ικανότητά τους να συγκεντρώνουν και να ελέγχουν μεγάλα πλήθη. Ιδίως η Πρωτομαγιά χρησίμευε κάθε χρόνο σαν ευκαιρία για να κατέβουν μεγάλα οργανωμένα και πειθαρχημένα πλήθη στους δρόμους. Ο αθλητισμός προσέφερε επίσης μια τέτοια ευκαιρία, αν και η στάση της ηγεσίας του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος απέναντι του ήταν αμφιλεγόμενη. Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 έπληξε με ιδιαίτερη σφοδρότητα την Αυστρία, με τις κυβερνητικές πολιτικές, ιδίως τις περικοπές στο κοινωνικό κράτος, να την επιδεινώνουν ακόμα περισσότερο. Το κράτος και η δημοκρατία αντιμετώπισαν έτσι ένα πρόβλημα νομιμότητας στο οποίο το SDAP δεν είχε απάντηση. Ενώ οι ελίτ έδειχναν διατεθειμένες να κάνουν τα πάντα για να ήταν διατεθειμένες να κάνουν τα πάντα για να αντικαταστήσουν το δημοκρατικό πολίτευμα με ένα αυταρχικό καθεστώς, οι Σοσιαλδημοκράτες φάνηκαν αναποφάσιστοι και φοβικοί. Απέναντι στην διπλή πίεση, από την μία των ανέργων που ζητούσαν άμεσα μέτρα ανακούφισης, από την άλλη της ριζοσπαστικοποιημένης νεολαίας, επικράτησε η αμηχανία. Έτσι η επιχείρηση οριστικής κατάλυσης της δημοκρατίας τον Φεβρουάριο του 1934 δεν θα συναντήσει παρά μικρή αντίσταση. Το SDAP έδειχνε υπερβολική εμπιστοσύνη στο κράτος, βλέποντάς το ως εκπρόσωπο των συμφερόντων όλης της κοινωνίας, έναν διαμεσολαβητή ανάμεσα στις τάξεις και τα ιδιαίτερα συμφέροντα τους. Ο έλεγχος του θα εγγυόταν τη μακροπρόθεσμη οικοδόμηση του σοσιαλισμού χωρίς πειράματα και εντάσεις. Η Κόκκινη Βιέννη σκόπευε να αποτελέσει παράδειγμα για την αποτελεσματικότητα της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής και να χρησιμεύσει ως εφαλτήριο για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και σε εθνικό επίπεδο. Το πείραμα της Κόκκινης Βιέννης όμως βρέθηκε από την αρχή αντιμέτωπο με μία σειρά δυσεπίλυτων αντιφάσεων. Μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης των έργων και των κοινωνικών προγραμμάτων του εξαρτιόταν από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η οποία έλεγχε επίσης κρίσιμους θεσμούς όπως τα δικαστήρια και τα σώματα ασφαλείας. Μην έχοντας τη δυνατότητα πραγματικής παρέμβασης στην οικονομία και τις κρατικές δομές, αυτές οι προσπάθειες υπόκεινται σε συγκεκριμένους περιορισμούς. Οι ελπίδες των σοσιαλδημοκρατών έτσι δεν εκπληρώθηκαν. Ένας από τους λόγους αυτής τους της αποτυχίας είναι και το γεγονός ότι υπερεκτίμησαν τη δική τους επιρροή στο κράτος, υποτιμώντας αντίθετα τις επιπτώσεις που είχε στο κόμμα τους η διαπλοκή του με τους κρατικούς μηχανισμούς, μέσω της οποίας εκτίθονταν διαρκώς στην αστική στρατηγική. Γιατί ως μέρος του κράτους, οι δήμοι καλούνται επί τις ουσίας να εκπληρώσουν τις ίδιες λειτουργίες με το κεντρικό κράτος. Το SDAP δεν μπόρεσε επομένως να δημιουργήσει μια γνήσια εναλλακτική λύση. Ούτε η εργατική τάξη συμμετείχε στην κυβέρνηση, όπως τους άρεσε να τονίζουν. Αντίθετα, επρόκειτο για μια προσπάθεια αναδιανομής του κοινωνικού πλεονάσματος εντός καπιταλισμού και για την αυξημένη πρόσβαση των κατώτερων τάξεων στον χώρο της πόλης, χωρίς άμεση αντιπαράθεση με την αστική τάξη. Δεν υπήρχε σύνδεση μεταξύ του καθημερινού αγώνα για μεταρρυθμίσεις στον καπιταλισμό και του διακηρυγμένου σοσιαλιστικού τελικού στόχου. Και καθώς η εκπροσώπηση της εργατικής τάξης θεωρούνταν δεδομένη, πολλά από όσα γίνονταν στόχευαν στο να κερδηθεί η υποστήριξη των μεσαίων στρωμάτων. Παρόλο που δημιουργήθηκε μια αξιοσημείωτη υποδομή, η καπιταλιστική λογική της χωρικής παραγωγής δεν αμφισβητήθηκε, αντίθετα, οι αναφορές στην κληρονομιά της αυτοκρατορικής περιόδου ήταν έντονες. Δεν επιδιώχθηκε ο πειραματισμός, η δημιουργία εναλλακτικών μορφών κατοικίας ή ο δημοκρατικός έλεγχος του αστικού χώρου, η διαχείριση του οποίου δεν γινόταν πάντα προς όφελος της εργατικής τάξης. Η πρωτοκαθεδρία της πνευματικής έναντι της χειρωνακτικής εργασίας έγινε αποδεκτή και συνέχισε να αναπαράγεται. Οι σοσιαλδημοκράτες, πεπεισμένοι για την ευθύγραμμη εξέλιξη της κοινωνίας, στην πραγματικότητα δεν είδαν τις κοινωνικές αντιφάσεις που καλούνταν να αντιμετωπίσουν. Το κόμμα τοποθετήθηκε πάνω από το κίνημα και επομένως πάνω από την τάξη, και η κομματική δραστηριότητα αντικατέστησε αυτήν της τάξης. Η ταξική πάλη ελαττώθηκε έτσι στο απαραίτητο ιστορικό μέσο για την επίτευξη της πλήρους δημοκρατίας. Αυτό οδήγησε σε μια πολύ προβληματική ταύτιση μεταξύ τάξης, κόμματος και δημοτικής αρχής και τελικά στον αυτοπεριορισμό του κινήματος.
Title: Der Raum der Stadt als umkämpftes Konfrontationsfeld
Description:
Την περίοδο του Μεσοπολέμου η Βιέννη αποτέλεσε τον τόπο ενός πρωτότυπου εγχειρήματος κοινωνικού μετασχηματισμού μέσω της εφαρμογής ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων.
Φορέας και οργανωτής αυτής της προσπάθειας υπήρξε το αυστριακό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SDAP), το οποίο από το 1919 μέχρι και το 1934 χάρη στην απόλυτη πλειοψηφία που κατακτούσε στις εκλογές ήλεγχε την τοπική κυβέρνηση.
Επρόκειτο για έναν τεράστιο οργανισμό ο οποίος είχε εκατοντάδες χιλιάδες μέλη και ένα εκτεταμένο δίκτυο συνδικάτων και οργανώσεων υπό τον έλεγχο του, μέσω των οποίων επιχειρούσε να καλύψει κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, «από την κούνια μέχρι την τεφροδόχο».
Το πρόγραμμα των σοσιαλδημοκρατών στόχευε στον εκσυγχρονισμό και την επέκταση του εκπαιδευτικού και υγειονομικού συστήματος, στο να ενώσει και να οργανώσει ολόκληρη την εργατική τάξη, ή μάλλον, να την εκπροσωπήσει στην δημιουργία μιας πολιτιστικής ηγεμονίας, η οποία θεωρούνταν ως απαραίτητο βήμα πριν την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας σε κεντρικό επίπεδο.
Στόχος ήταν η δημιουργία «νέων» ανθρώπων, καθώς μόνο πνευματικά και σωματικά υγιείς άνθρωποι ήταν κατά την άποψη των ηγετών της σε θέση να πραγματοποιήσουν αυτό το καθήκον.
Ωστόσο, επειδή αυτός ο ιδεότυπος ήταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα, η ηγεσία συχνά κατηγορούσε τους εργάτες για έλλειψη «προλεταριακού πνεύματος», και ότι οι εργάτες δεν εκπλήρωναν τα «καθήκοντα» και τις «ευθύνες» τους.
Έτσι, ενώ το προλεταριάτο θεωρούνταν ο νέος μεσσίας της κοινωνίας και ηθικά ανώτερο από όλες τις άλλες τάξεις, η ηγεσία δεν του έδειχνε μεγάλη εμπιστοσύνη και η αυτενέργεια και η ανάληψη πρωτοβουλιών από τους εργάτες δεν ενθαρρύνονταν αλλά μάλλον καταπνίγονταν.
Οι κατώτερες τάξεις θεωρούνταν «ακαλλιέργητες» και έπρεπε να κηδεμονεύονται σε όλα τα επίπεδα.
Ιδιαίτερα οι γυναίκες, που αντιμετωπίζονταν κυρίως ως μητέρες, με τη σταθεροποίηση της πυρηνικής οικογένειας να αποτελεί κεντρικό στόχο.
Μέσα από ένα εκτεταμένο δίκτυο συνδικάτων και οργανώσεων επιδιώκετο να καλυφτεί και ελεγχθεί κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής.
Έτσι λίγα μέλη ήταν πραγματικά ενεργά.
Η ύψιστη προτεραιότητα ήταν η ενότητα του κόμματος.
Ήταν ένας αυστηρά ιεραρχικός μηχανισμός, δομημένος από πάνω προς τα κάτω.
Οι αποφάσεις λαμβάνονταν από έναν στενό κύκλο.
Η εσωτερική δημοκρατία ήταν περιορισμένη και οι συζητήσεις και οι αντιπαραθέσεις σε επίπεδο βάσης ήταν σπάνιες, ενώ γινόταν διάκριση μεταξύ «καλών» και «κακών» προλετάριων και επίκληση στα αισθήματα αξιοπρέπειας των «εργατικών και επιμελών ανθρώπων».
Αυτό που κάνει μέχρι και σήμερα το παράδειγμα της «κόκκινης Βιέννης» να ξεχωρίζει είναι το γιγαντιαίο πρόγραμμα κατασκευής κοινωνικών κατοικιών, με το οποίο επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί το οξύ στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε η πόλη.
Με βάση τον Μαρξ, το εργατικό κίνημα θεωρούσε το ζήτημα της στέγασης ως άλυτο στον καπιταλισμό.
Επικρατούσε επίσης ο φόβος πως οι εργάτες θα ενσωματώνονταν στο σύστημα αν αποκτούσαν μόνιμη κατοικία.
Οι Αυστρομαρξιστές αντίθετα είχαν υιοθετήσει μια θετική στάση απέναντι στη σύγχρονη μητρόπολη, ως ένα μέρος όπου το προλεταριάτο θα μπορούσε να αναπτυχθεί, να αναπτύξει ταξική συνείδηση και να συνδεθεί με το κόμμα.
Ωστόσο, δεν είχαν μια πραγματική ιδέα για το πώς να λύσουν το πρόβλημα.
Η σοβαρή έλλειψη στέγασης ανάγκασε τη νέα δημοτική αρχή της Βιέννης να λάβει άμεσα μέτρα, αλλά το μεγάλης κλίμακας στεγαστικό πρόγραμμα δεν ήταν στις αρχικές τις προθέσεις και προέκυψε μόνο σταδιακά.
Δεδομένου ότι στην πόλη υπήρχαν πολύ λίγα μεγάλα εργοστάσια, υπήρχε η ελπίδα ότι η εργατική τάξη θα γινόταν κατορθωτό να μετασχηματιστεί στο πεδίο της αναπαραγωγής, εντός των μεγάλων συγκροτημάτων κατοικιών του δήμου.
Η νέα ποιότητα στέγασης είχε ως στόχο να δημιουργήσει νέους ανθρώπους με διαφορετικές συνήθειες, επομένως οι ενοικιαστές επιλέγονταν προσεκτικά ώστε να αντιστοιχούν στον ιδανικό τύπο του παραγωγικού εργάτη και οικογενειάρχη.
Βελτιώνοντας τις συνθήκες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στόχος ήταν και η εξασφάλιση ενός πιο παραγωγικού εργατικού δυναμικού, που θα βοηθούσε στην αύξηση της παραγωγής και στην ανάπτυξη της οικονομίας.
Ως αποτέλεσμα στέγη δεν παρεχόταν σε όσους την είχαν περισσότερο ανάγκη και η πόλη συνέχιζε να είναι γεμάτη άστεγους.
Οι ένοικοι των νέων συγκροτημάτων έβρισκαν έναν έτοιμο κατασκευασμένο από «ειδικούς» χώρο, στον οποίο λίγα πράγματα μπορούσαν να αλλάξουν, με τις ατομικές τους ανάγκες να μην λαμβάνονται υπ όψιν.
Έπρεπε να τηρούν αυστηρούς κανόνες, η επιτήρηση και ο δεσποτισμός του εργοστασίου μεταφέρθηκαν έτσι και στον τόπο κατοικίας.
Με την εξουσία του επιστάτη μετακόμισε και η κρατική εξουσία , το κράτος επεκτάθηκε σε νέες σφαίρες, επεκτεινόμενο εντός της ζωής των ενοικιαστών.
Οι κοινωνικές συναναστροφές των ενοίκων επιδιώκετο να διαμεσολαβούνται από τις κομματικές δομές.
Έτσι, η προλεταριακή αλληλεγγύη θεσμοθετήθηκε, καταλύθηκε και τυποποιήθηκε.
Βάση για αυτές τις σκέψεις είναι η θεωρητική προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η κοινωνία δεν υπάρχει εκτός του χώρου, ο οποίος πρέπει να νοηθεί ως το κοινωνικό προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και ταξικών σχέσεων.
Η καπιταλιστική πόλη δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένη, αλλά πάντα «υπό κατασκευή».
Είναι ένα σύνθετο οικοσύστημα που δημιουργείται από την ανθρώπινη εργασία, ωστόσο αυτή η εργασία δεν αναγνωρίζεται κοινωνικά.
Η άνιση πρόσβαση διαφορετικών τάξεων, ομάδων και φύλων στον δημόσιο χώρο δημιουργεί διαφορετικές αντιλή ψεις για την καθημερινή ζωή και τον αστικό χώρο, τον καθιστά ένα αμφισβητούμενο πεδίο αντιπαράθεσης.
Αυτά που φέρνουν τους ανθρώπους κοντά δεν βρίσκονται επομένως μόνο στον χώρο εργασίας.
Ομοίως, η ταξική πάλη διεξάγεται και εκτός παραγωγής.
Δεν πρόκειται απλά για έναν αγώνα για τον έλεγχο των μέσων παραγωγής και του κοινωνικού πλεονάσματος.
Ομοίως, μορφές εκμετάλλευσης και καταπίεσης υπάρχουν και εκτός του χώρου εργασίαςΣτόχος αυτής της εργασίας είναι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα κατάφερε να οικοδομήσει τις συμμαχίες του με συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και στρώματα.
Ποια ήταν τα συγκεκριμένα υλικά συμφέροντα που αυτά έβλεπαν να εκπροσωπούνται στην πολιτική του SDAP; Ποιον ρόλο έπαιζαν ο πολιτισμός, ο αθλητισμός και ο τύπος στη συλλογική τους διαμόρφωση και την ταύτιση τους με το συγκεκριμένο κόμμα; Πάνω απ όλα όμως με ενδιαφέρει να κατανοήσω τις συνδέσεις μεταξύ της διαχείρισης του αστικού χώρου από τη σοσιαλδημοκρατική δημοτική αρχή και του σχηματισμού αυτών των τοπικών συμμαχιών, καθώς και τις συγκρούσεις και τις εντάσεις που προέκυπταν από το γεγονός ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν και εφαρμόζονταν «από τα πάνω», χωρίς τη συμβολή της βάσης.
Συχνά μάλιστα έρχονταν και σε αντίθεση με τις πρακτικές, τον τρόπο ζωής και τις ανάγκες των στρωμάτων αυτών.
Η επιδίωξη της ηγεσίας να ρυθμίζει και να ελέγχει κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής δημιουργούσε ένα πλαίσιο που από τους περισσότερους εκλαμβανόταν ως ασφυκτικό και από το οποίο αναζητούσαν τρόπους για να ξεφύγουν.
Η περίοδος του Μεσοπολέμου χαρακτηρίζεται και στην Αυστρία από την αυξημένη προθυμία χρήσης (πολιτικής) βίας.
Ειδικά οι δυνάμεις της Δεξιάς κατέφευγαν στη βία για να επιτύχουν τους στόχους τους και να εκφοβίσουν τους αντιπάλους τους.
Πάντως όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα διατηρούσαν «ενώσεις αυτοάμυνας».
Το SDAP διατήρησε μια αμφίσημη στάση απέναντι στη «βία» (αν και στη συγκεκριμένη εργασία υιοθετείται η άποψη πως δεν υπάρχει ένας γενικός, συμπεριληπτικός ορισμός της «βίας»).
Αφενός προέτασε τη στρατηγική της «αμυντικής βίας», της χρήσης ένοπλων μέσων μόνο στην περίπτωση που θα απειλούνταν οι δημοκρατικοί θεσμοί.
Αφετέρου, χρησιμοποιούσε στρατιωτική ορολογία και συχνά υποστήριζε τη διατάραξη πολιτικών συγκεντρώσεων άλλων κομμάτων.
Το 1927 στη Βιέννη, η κατάσταση μεγάλων τμημάτων των κατώτερων τάξεων ήταν ακόμα επισφαλής.
Η φτώχεια, η ανεργία, οι άθλιες συνθήκες στέγασης, ακόμη και η πείνα και οι ασθένειες εξακολουθούσαν να χαρακτηρίζουν την καθημερινή ζωή πολλών για τους οποίους οι σοσιαλδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις δεν έφερναν αρκετά γρήγορα αποτελέσματα.
Έτσι, η εμπιστοσύνη αυτών των ανθρώπων στη Δημοκρατία και τους θεσμούς της δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλή, και το ταξικό μίσος προς τους εύπορους ήταν έντονο, κάτι που επηρέασε και την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών.
Επειδή ανήκαν σε διαφορετικούς κόσμους, είχαν διαφορετικές εμπειρίες ζωής και επομένως διαφορετικές συμπεριφορές.
Μετά από μια σειρά δικαστικών αποφάσεων που αθώωναν δολοφόνους των εργατών, η συσσωρευμένη κοινωνική οργή ξέσπασε τελικά στις 15 Ιουλίου 1927, με την εξέγερση να αφήνει πίσω της 84 νεκρούς διαδηλωτές και περαστικούς και 5 από την πλευρά των δυνάμεων ασφαλείας, όπως και μεγάλες καταστροφές, με το δικαστικό μέγαρο να παραδίδεται στις φλόγες.
Η ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να μεταθέσει την ευθύνη για τα γεγονότα σε μια μικρή μειοψηφία εκτός κινήματος.
Ως αποτέλεσμα έχασε σε υποστήριξη και από τις δύο πλευρές: τόσο από τους πιο συντηρητικούς της ψηφοφόρους που φοβήθηκαν από τα γεγονότα, όσο και από εκείνους που είχαν βγεί εκείνη την ημέρα στους δρόμους, ερχόμενοι αντιμέτωποι με τις σφαίρες της αστυνομίας.
Τέτοιες ρήξεις εμπιστοσύνης δεν είναι βέβαια πάντα άμεσα εμφανείς, αλλά το γεγονός είναι ότι μετά τις 15.
Ιουλίου 1927, η εμπιστοσύνη πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξης στο κόμμα δεν ήταν πλέον η ίδια.
Η Βιέννη εκείνης της περιόδου ήταν μια πολυεθνική, αλλά σε καμία περίπτωση μια πολυπολιτισμική κοινωνία.
Το ίδιο το SDAP ήταν πεπεισμένο για την ανωτερότητα της γερμανικής γλώσσας και του γερμανικού πολιτισμού και την (υποτιθέμενη) εκπολιτιστική του αποστολή, η οποία υποτίθεται ότι θα εγγυόταν την πολιτιστική πρόοδο ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Οι ιδέες του μεγαλογερμανικού εθνικισμού ασκούσαν επίσης σημαντική επιρροή.
Η Βιέννη θεωρούνταν μια μεγάλη, παλιά πολιτιστική πόλη και οι κατώτερες τάξεις έπρεπε να αποκτήσουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στον εθνικό πολιτισμό, ο οποίος θεωρούνταν το σημείο αναφοράς όλων των πραγμάτων.
Η ηγεσία εναντιωνόταν στην «κουλτούρα της διασκέδασης», στις «φθηνές» και πληθωρικές απολαύσεις.
Οι ιστορικά ανεπτυγμένες υποκουλτούρες της εργατικής τάξης και οι μορφές λαϊκής κουλτούρας καταπολεμήθηκαν ή περιφρονήθηκαν, και οι εμπειρίες των εργατών δεν ελήφθησαν υπόψη.
Η απόσταση μεταξύ εργατών και διανοουμένων, ή μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, δεν εξαλείφθηκε αλλά μάλιστα βάθυνε.
Η μάθηση υποτίθεται ότι θα γινόταν όχι μέσω της πράξης, αλλά μέσω της εκπαίδευσης και της ανάγνωσης.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, κυριάρχησε μια άκριτη υιοθέτηση οτιδήποτε έμοιαζε να υπόσχεται την εξασφάλιση της ενίσχυσης του κόμματος, οδηγώντας πολλούς στο εσωτερικό του να καταφέρονται ενάντια σε αυτή την «εμπορευματοποίηση».
Τα αυξανόμενα αδιέξοδα της στρατηγικής, του κόμματος οδήγησε στην «αισθητικοποίηση της πολιτικής» και στην ολοένα και μεγαλύτερη επίκληση στα συναισθήματα, παρά την κρίση, του ακροατηρίου.
παρά στη διάνοια των οπαδών του.
Μεγάλα γεγονότα και εκδηλώσεις είχαν ως στόχο να διευκολύνουν την προσέλκυση νέων μελών και την ταχεία ενσωμάτωσή τους στο κίνημα.
Στόχος ήταν να πειστούν με απλά λόγια και εικόνες, χωρίς να χρειάζεται κανείς να ασχοληθεί με τις προσωπικές ανάγκες του κάθε ατόμου.
Ο πολιτισμός, όπως και ο αθλητισμός έγιναν υποκατάστατο όχι μόνο της αποτυχίας κατάληψης της εξουσίας, αλλά και της έλλειψης μαχητικότητας των συνδικάτων, τα οποία απέτυχαν να αναλάβουν δράση ενάντια στους χαμηλούς μισθούς.
Έγιναν μέσα ελέγχου, αλλά και διοχέτευσης της ενέργειας και της απογοήτευσης της βάσης.
Έτσι, οι μάζες όχι μόνο δαιμονοποιήθηκαν, αλλά και μυθοποιήθηκαν, ηρωοποιήθηκαν και μυστικοποιήθηκαν.
Η μάζα των πιστών οπαδών αντιπαραβλήθηκε με τις άτακτες, ανοργάνωτες, μάζες.
Ένας πειθαρχημένος, κινητοποιημένος στρατός, προσανατολισμένος στο να εμπνέει τα μέλη του κινήματος, να εντυπωσιάζει πιθανούς υποστηρικτές και να τρομάζει τους αντιπάλους του.
Έτσι, οι μάζες έγιναν ένα τεράστιο σκηνικό για τους ηγέτες του κινήματος, ώστε να επιδείξουν την ικανότητά τους να συγκεντρώνουν και να ελέγχουν μεγάλα πλήθη.
Ιδίως η Πρωτομαγιά χρησίμευε κάθε χρόνο σαν ευκαιρία για να κατέβουν μεγάλα οργανωμένα και πειθαρχημένα πλήθη στους δρόμους.
Ο αθλητισμός προσέφερε επίσης μια τέτοια ευκαιρία, αν και η στάση της ηγεσίας του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος απέναντι του ήταν αμφιλεγόμενη.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 έπληξε με ιδιαίτερη σφοδρότητα την Αυστρία, με τις κυβερνητικές πολιτικές, ιδίως τις περικοπές στο κοινωνικό κράτος, να την επιδεινώνουν ακόμα περισσότερο.
Το κράτος και η δημοκρατία αντιμετώπισαν έτσι ένα πρόβλημα νομιμότητας στο οποίο το SDAP δεν είχε απάντηση.
Ενώ οι ελίτ έδειχναν διατεθειμένες να κάνουν τα πάντα για να ήταν διατεθειμένες να κάνουν τα πάντα για να αντικαταστήσουν το δημοκρατικό πολίτευμα με ένα αυταρχικό καθεστώς, οι Σοσιαλδημοκράτες φάνηκαν αναποφάσιστοι και φοβικοί.
Απέναντι στην διπλή πίεση, από την μία των ανέργων που ζητούσαν άμεσα μέτρα ανακούφισης, από την άλλη της ριζοσπαστικοποιημένης νεολαίας, επικράτησε η αμηχανία.
Έτσι η επιχείρηση οριστικής κατάλυσης της δημοκρατίας τον Φεβρουάριο του 1934 δεν θα συναντήσει παρά μικρή αντίσταση.
Το SDAP έδειχνε υπερβολική εμπιστοσύνη στο κράτος, βλέποντάς το ως εκπρόσωπο των συμφερόντων όλης της κοινωνίας, έναν διαμεσολαβητή ανάμεσα στις τάξεις και τα ιδιαίτερα συμφέροντα τους.
Ο έλεγχος του θα εγγυόταν τη μακροπρόθεσμη οικοδόμηση του σοσιαλισμού χωρίς πειράματα και εντάσεις.
Η Κόκκινη Βιέννη σκόπευε να αποτελέσει παράδειγμα για την αποτελεσματικότητα της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής και να χρησιμεύσει ως εφαλτήριο για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και σε εθνικό επίπεδο.
Το πείραμα της Κόκκινης Βιέννης όμως βρέθηκε από την αρχή αντιμέτωπο με μία σειρά δυσεπίλυτων αντιφάσεων.
Μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης των έργων και των κοινωνικών προγραμμάτων του εξαρτιόταν από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η οποία έλεγχε επίσης κρίσιμους θεσμούς όπως τα δικαστήρια και τα σώματα ασφαλείας.
Μην έχοντας τη δυνατότητα πραγματικής παρέμβασης στην οικονομία και τις κρατικές δομές, αυτές οι προσπάθειες υπόκεινται σε συγκεκριμένους περιορισμούς.
Οι ελπίδες των σοσιαλδημοκρατών έτσι δεν εκπληρώθηκαν.
Ένας από τους λόγους αυτής τους της αποτυχίας είναι και το γεγονός ότι υπερεκτίμησαν τη δική τους επιρροή στο κράτος, υποτιμώντας αντίθετα τις επιπτώσεις που είχε στο κόμμα τους η διαπλοκή του με τους κρατικούς μηχανισμούς, μέσω της οποίας εκτίθονταν διαρκώς στην αστική στρατηγική.
Γιατί ως μέρος του κράτους, οι δήμοι καλούνται επί τις ουσίας να εκπληρώσουν τις ίδιες λειτουργίες με το κεντρικό κράτος.
Το SDAP δεν μπόρεσε επομένως να δημιουργήσει μια γνήσια εναλλακτική λύση.
Ούτε η εργατική τάξη συμμετείχε στην κυβέρνηση, όπως τους άρεσε να τονίζουν.
Αντίθετα, επρόκειτο για μια προσπάθεια αναδιανομής του κοινωνικού πλεονάσματος εντός καπιταλισμού και για την αυξημένη πρόσβαση των κατώτερων τάξεων στον χώρο της πόλης, χωρίς άμεση αντιπαράθεση με την αστική τάξη.
Δεν υπήρχε σύνδεση μεταξύ του καθημερινού αγώνα για μεταρρυθμίσεις στον καπιταλισμό και του διακηρυγμένου σοσιαλιστικού τελικού στόχου.
Και καθώς η εκπροσώπηση της εργατικής τάξης θεωρούνταν δεδομένη, πολλά από όσα γίνονταν στόχευαν στο να κερδηθεί η υποστήριξη των μεσαίων στρωμάτων.
Παρόλο που δημιουργήθηκε μια αξιοσημείωτη υποδομή, η καπιταλιστική λογική της χωρικής παραγωγής δεν αμφισβητήθηκε, αντίθετα, οι αναφορές στην κληρονομιά της αυτοκρατορικής περιόδου ήταν έντονες.
Δεν επιδιώχθηκε ο πειραματισμός, η δημιουργία εναλλακτικών μορφών κατοικίας ή ο δημοκρατικός έλεγχος του αστικού χώρου, η διαχείριση του οποίου δεν γινόταν πάντα προς όφελος της εργατικής τάξης.
Η πρωτοκαθεδρία της πνευματικής έναντι της χειρωνακτικής εργασίας έγινε αποδεκτή και συνέχισε να αναπαράγεται.
Οι σοσιαλδημοκράτες, πεπεισμένοι για την ευθύγραμμη εξέλιξη της κοινωνίας, στην πραγματικότητα δεν είδαν τις κοινωνικές αντιφάσεις που καλούνταν να αντιμετωπίσουν.
Το κόμμα τοποθετήθηκε πάνω από το κίνημα και επομένως πάνω από την τάξη, και η κομματική δραστηριότητα αντικατέστησε αυτήν της τάξης.
Η ταξική πάλη ελαττώθηκε έτσι στο απαραίτητο ιστορικό μέσο για την επίτευξη της πλήρους δημοκρατίας.
Αυτό οδήγησε σε μια πολύ προβληματική ταύτιση μεταξύ τάξης, κόμματος και δημοτικής αρχής και τελικά στον αυτοπεριορισμό του κινήματος.

Related Results

Pedersstræde i Viborg. Købstadarkæologiske undersøgelser 1966/67
Pedersstræde i Viborg. Købstadarkæologiske undersøgelser 1966/67
Pedersstræde in Viborg Archäologische Untersuchungen der Stadt ViborgSchon seit dem 17. Jahrhundert hat man die historisch-topographische Entwicklung der Stadt Viborg zum Gegenstan...
Internationales Baurecht
Internationales Baurecht
Das Völkerrecht ist die Gesamtheit rechtlich verbindlicher Normen, die die Beziehungen zwischen den Subjekten der internationalen Rechtsordnung regeln und insgesamt eine eigenständ...
Entwicklung HPLC‐MS/MS‐basierter Methoden zur Multi‐Mykotoxinanalytik in Humanurin
Entwicklung HPLC‐MS/MS‐basierter Methoden zur Multi‐Mykotoxinanalytik in Humanurin
ZusammenfassungMykotoxine sind toxische Sekundärmetaboliten von Schimmelpilzen verschiedener Gattungen. Der Befall von landwirtschaftlichen Nutzpflanzen wie Getreide, Obst, Nüssen ...
Partizipation und Medien
Partizipation und Medien
Der Begriff der Partizipation war in den siebziger Jahren des letzten Jahrhunderts ein zentralerBegriff der sozialpolitischen wie sozialwissenschaftlichen Auseinandersetzung. Neben...
E-Learning
E-Learning
E-Learning ist heute aus keinem pädagogischen Lehrraum mehr wegzudenken. In allen Bereichen von Schule über die berufliche bis zur universitären Ausbildung und besonders im Bereich...
Analytik von Chlorparaffinen und Mineralöl‐Kohlenwasserstoffen in Lebensmitteln und Bedarfsgegenständen mittels GCxGC‐QTOG/MS
Analytik von Chlorparaffinen und Mineralöl‐Kohlenwasserstoffen in Lebensmitteln und Bedarfsgegenständen mittels GCxGC‐QTOG/MS
ZusammenfassungChlorparaffine (CPs, chlorinated paraffins) und Mineralöl‐Kohlenwasserstoffe (MOH, mineral oil hydrocarbons) sind komplexe Mischungen, die sich aus zehn‐ bis hundert...
Entwicklung massenspektrometrischer Methoden zur Analytik von Mykotoxinen in Innenräumen
Entwicklung massenspektrometrischer Methoden zur Analytik von Mykotoxinen in Innenräumen
ZusammenfassungEin Schimmelpilzbefall tritt in Deutschland in etwa jeder zehnten Wohnung auf und kann gesundheitliche Beeinträchtigungen von Bewohnenden auslösen. Die Beschwerden r...

Back to Top