Javascript must be enabled to continue!
Nouvelles lucarnes de marbre au musee Benaki
View through CrossRef
<div>Στη συλλογή έργων παραδοσιακής μαρμαρογλυπτικής του Μουσείου Μπενάκη προστέθηκαν πρόσφατα τέσσερις φεγγίτες μπαρόκ από την Τήνο. Χρονολογημένοι στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, αποτελούν τα μόνα εκτιθέμενα σε ελληνικά μουσεία δείγματα φεγγιτών αυτής της περιόδου. Μαζί με τα έξι παλαιότερα κομμάτια της συλλογής, που ανήκουν στην αμέσως προηγούμενη φάση (β μισό 18ου αιώνα), τα νέα αποκτήματα του Μουσείου έρχονται να συμπληρώσουν την εικόνα που μορφώνει ο επισκέπτης για την κατηγορία αυτή των προϊόντων της τηνιακής μαρμαρογλυπτικής.</div><div>Οι φεγγίτες αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία διάτρητων υπερθύρων. Καλύπτουν τα ανακουφιστικά τόξα πάνω από τις πόρτες και τα παράθυρα (εικ. 1) ή αντιστοιχούν σε ορθογωνικά ανοίγματα. Εφοδιασμένοι με φυλακτικές και διακοσμητικές παραστάσεις, όπως τα λοιπά υπέρθυρα, έχουν επιπλέον και πρακτική αποστολή: να αφήνουν από τα διάτρητα μέρη τους το φως και τον αέρα να περνούν στο σπίτι, τόσο για τις ανάγκες της σηροτροφίας, όσο και για τη διατήρηση τροφίμων στους πίσω από αυτά χώρους. Ευρύτατη χρήση τους σημειώνεται τον 18ο αιώνα. Συνεχίζοντας τους τυπολογικά προγενέστερους ακόσμητους φεγγίτες (τους λεγόμενους “ίσιους”, εικ. 2), χαρακτηρίζονται στην αρχή από το συμπαγές (σόμικο) μάρμαρο ως υλικό και την τεχνική του αδρού αναγλύφου (εικ. 3), για να περάσουν σταδιακά στο λεπτό μάρμαρο σχιστολιθικής υφής (φιλιάρικο) και το χαμηλό ανάγλυφο (εικ. 4). Από τα τέλη του αιώνα και κυρίως στις πρώτες δεκαετίες του 19ου επικρατούν φεγγίτες σε ύφος μπαρόκ-ροκοκό (εικ. 5). Σε αυτούς, συνήθως μεγαλύτερων διαστάσεων, επανέρχεται ως υλικό το λευκό συμπαγές μάρμαρο, τώρα όμως δουλεμένο με επιμέλεια και από οργανωμένα εργαστήρια. Τα διακοσμητικά θέματα είναι κατά το πλείστον φυτικά, σε πυκνή υπερφόρτωση.</div><div>Οι τρεις πρώτοι από τους νέους φεγγίτες του Μουσείου Μπενάκη (κληροδότημα Μαριολοπούλου, αρ. ευρ. 40249, 40250, 40251) συνανήκουν, προερχόμενοι από το ίδιο αρχοντικό του Πύργου Τήνου, και είναι κατασκευασμένοι από λευκό μάρμαρο Τήνου (Βαθής ή Αϊ-Λευτεριού). Ο κεντρικός από αυτούς (112 x 134 x 4,5 εκ., εικ. 6), ημικυκλικός με οξυκόρυφο τόξο, φέρει στη βάση του τη χρονολογία <em>1815 </em><em>ΑΠΡΙΛΙΟΥ </em><em>27</em>. Αποτελείται από δύο ζώνες, εκ των οποίων η κάτω είναι διαμορφωμένη σε κιονοστοιχία πέντε ανοιγμάτων με διπλοκάμπυλα τόξα. Στην πάνω ζώνη ο συμμετρικά διατεταγμένος διάκοσμος αναπτύσσεται γύρω από ένα επίκεντρο κυκλικό άνοιγμα εν είδει μεταλλίου, το οποίο παραπέμπει σε πρότυπα ψευδοθυρεών, παίρνει όμως τη μορφή δοχείου με καρπούς (ρόδι και δύο αχλάδια), με χαρακτήρα γονιμικού συμβόλου. Περιβάλλεται από φυτικά καταυχένια με ελικοειδείς φυλλοφόρους βλαστούς και, στην κορυφή, από μικρή αχιβάδα αντί λοφίου. Εκατέρωθεν του ανοίγματος παραστέκει ανά ένα κέρας της Αμάλθειας, γεμάτο χυμώδη τριαντάφυλλα και μαργαρίτες, κατεξοχήν σύμβολο πλούτου και ευημερίας. Ο φεγγίτης περιτρέχεται στην περίμετρό του από φαρδιά μπορντούρα με διαδοχικά τοξύλλια σχήματος C, από τα οποία φυτρώνουν φύλλα, τριαντάφυλλα και ρόδια.</div><div>Οι δύο άλλοι φεγγίτες που τον συνοδεύουν (εικ. 7, 8) είναι όμοιοι μεταξύ τους, με μικροδιαφορές στην εκτέλεση. Χρονολογούμενοι, από τον κεντρικό, επίσης στα 1815, παραλλάσσουν τις βασικές σχεδιαστικές γραμμές εκείνου, σύμφωνα με τις μικρότερες διαστάσεις τους (84,5 x 116 x 4,5 εκ.). Στην κάτω ζώνη η κιονοστοιχία αποτελείται από τέσσερα ανοίγματα, ενώ στην πάνω το επίκεντρο άνοιγμα συμπτύσσεται, έχοντας ως επίστεψη σειρά από πλατιά, γραμμωτά φύλλα. Κάτω απ’ αυτό εικονίζεται δοχείο-κύλικα, γεμάτο με φρούτα (ρόδι και δύο αχλάδια) και με δύο ανεστραμμένα άνθη στις άκρες. Στις δύο γωνίες της ζώνης αυτής εικονίζονται επίσης κέρατα της Αμάλθειας, σε παραλλαγή εκείνων του κεντρικού φεγγίτη, από τα οποία φυτρώνουν μαργαρίτες και αναδιπλούμενα φύλλα. Παρόμοια είναι και η περιμετρική μπορντούρα, στην κορύφωση της οποίας έχει μεταφερθεί η μικρή αχιβάδα.</div><div>Η τριάδα αυτή των φεγγιτών, ποιοτικά προσεγμένων και καλοδουλεμένων, μας παρέχει επιπλέον ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι δύο φεγγίτες των παραθύρων προσαρμόζονται στο σχέδιο και τη θεματογραφία του μεγαλύτερου και πλουσιότερου κεντρικού φεγγίτη της εισόδου.</div><div>Ο τέταρτος φεγγίτης (δωρεά Ειρήνης Καλλιγά, αρ. ευρ. 45065, εικ. 9) προέρχεται επίσης από την Τήνο και από εργαστήριο της περιφέρειας του Πανόρμου. Παρουσιάζει τα ίδια τεχνικά και τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά του μπαρόκ με τους τρεις προηγούμενους και είναι κατασκευασμένος από όμοιο λευκό μάρμαρο. Χρονολογικά είναι λίγο προγενέστερος εκείνων, σύμφωνα με τη σκαλισμένη στο κάτω δεξιό τμήμα του επιγραφή: <em>1806 </em>/ {86} / <em>ΑΠΡ</em>[ΙΛΙΟΥ] <em>13</em> / <em>ΠΕΡΟ</em>[C].</div><div>Και αυτός ο φεγγίτης (διαστάσεις 70 x 100 x 6 εκ.) είναι ημικυκλικός-οξυκόρυφος και αποτελείται από δύο ζώνες. Στην κάτω ζώνη αναπτύσσεται κιονοστοιχία με επτά ανοίγματα, δίδυμους κιονίσκους και τόξα ημικυκλικά ταινιωτά. Στην πάνω ζώνη, ως κύριο θέμα εικονίζεται καρδιόσχημο ανθοδοχείο με κοσμημένο σώμα και σιγμοειδείς λαβές, γεμάτο χυμώδη τριαντάφυλλα, εκ των οποίων το ενδιάμεσο ανεστραμμένο. Όρθιο οξυκόρυφο κρίνο ή λωτός σημαδεύει τον άξονα της συμμετρίας, συνοδευόμενο εκατέρωθεν από τουλίπες, χαρακτηριστικά όλα του οθωμανικού μπαρόκ, όπως αυτό μεταφέρθηκε στο Αιγαίο. Γύρω από το ανθοδοχείο αναπτύσσεται σύνθεση από φυλλωτά τοξύλλια σε σχήμα C και από πλατύφυλλα με γραμμώσεις, η οποία στην κορυφή καταλήγει σε τριμερές λοφίο. Χαμηλότερα του λοφίου, πατούν πάνω σε πλατύφυλλα αντιμέτωπα πουλιά.</div><div>Στις πλάγιες επιφάνειες της πάνω ζώνης, απεικονίζονται δύο θέματα ασυνήθιστα σε φεγγίτες του μπαρόκ. Αριστερά όρθιος άνδρας, με την κεφαλή κατενώπιον και τυποποιημένα χαρακτηριστικά του προσώπου, κρατά το λουρί του κυνηγόσκυλού του, το οποίο έχει αποδοθεί σε όρθια στάση, όπως τα οικοσηματικού χαρακτήρα λιοντάρια της τοπικής μαρμαρογλυπτικής παράδοσης. Ένας δεύτερος σκύλος κουλουριάζεται στο έδαφος, γεμίζοντας το κενό. Τη δεξιά πλευρά της πάνω ζώνης καταλαμβάνει παράσταση ιστιοφόρου τύπου ναβέτας, θέματα και τα δύο που τα συναντάμε σε φεγγίτες της προηγούμενης χρονολογικής περιόδου, στο β μισό του 18ου αιώνα.</div><div>Προφανώς, η ενσωμάτωση των θεμάτων αυτών οφείλεται σε παραγγελία του πελάτη και ο τεχνίτης, μη έχοντας ανάλογα πρότυπα από τους φεγγίτες του μπαρόκ, κατέφυγε στην παρακαταθήκη του προγενέστερου τύπου. Αξιοσημείωτο είναι ότι η ενδυμασία του άνδρα δεν αποδίδει τη νησιώτικη βράκα, που βλέπουμε στους φεγγίτες του 18ου αιώνα, αλλά ευρωπαϊκή φορεσιά, με πρόθεση ρεαλιστικής απόδοσης. Αν ληφθεί υπόψη ότι στις αρχές του 19ου αιώνα η ευρωπαϊκή ενδυμασία είχε ήδη αντικαταστήσει, για τους αστούς και τους εμπόρους του νησιού, την παλιά τηνιακή φορεσιά, όπως μαρτυρεί ο Μαρκάκης Ζαλλώνης το 1809, τότε θα μπορούσε εύλογα να συμπεράνει κανείς ότι ο παραγγελιοδότης του φεγγίτη ήταν κάποιος πλούσιος έμπορος και πλοιοκτήτης, ο οποίος είχε υιοθετήσει τον ευρωπαϊκό τρόπο ενδυμασίας. Η αναγραφή του ονόματος «<em>Πέρος</em>» επιτρέπει την υπόθεση, εφόσον το θεωρήσουμε ως επώνυμο και όχι ως βαφτιστικό (Πέτρος), να το συσχετίσουμε με τον «<em>Γεώργιο</em> <em>Πέρο, γέροντα του χωρίου Πλατειά</em>», που υπογράφει εκπροσωπώντας το χωριό του το 1806, το ίδιο δηλαδή έτος με την κατασκευή του φεγγίτη. Η περίπτωση να αποτελεί υπογραφή του τεχνίτη μάλλον αποκλείεται, για ένα έργο δηλωτικό ιδιοκτησίας και κοινωνικής προβολής, και μάλιστα σε εποχή κατά την οποία τα ενυπόγραφα έργα σπανίζουν και αφορούν μεγάλες κατασκευές.</div><div>Το εργαστήριο στο οποίο θα αποδώσουμε τους μπαρόκ φεγγίτες του Μουσείου Μπενάκη το έχουμε ονομάσει συμβατικά «εργαστήριο του τέμπλου των Δυο Xωριών», από το διαλυμένο σήμερα τέμπλο του στην Παναγία των Δυο Xωριών Τήνου (περ. 1800). Στην ουσία πρόκειται μάλλον για μια πλειάδα οικογενειακών εργαστηρίων και μεμονωμένων μαρμαράδων κοινής μαθητείας, που συνεργάζονται μεταξύ τους σε βάση συνεταιριστική ή υπεργολαβική, ή συγκροτούν πρόσκαιρα συνεργεία (κομπανίες). Στη δραστηριότητά τους μπορούμε να συμπεριλάβουμε εργασίες στην Τήνο, την Άνδρο και το Άγιον Όρος (εικ. 10-12). Η στενή συγγένεια που παρουσιάζουν οι τέσσερις αυτοί φεγγίτες του Μουσείου Μπενάκη με τα παραπάνω έργα, τόσο στη θεματογραφία όσο –το σημαντικότερο– στη σύνθεση, το ύφος και την τεχνική, μαρτυρεί την κοινή αφετηρία τους. Παράλληλα, οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται, χωρίς να αναιρούν την κοινή αναγωγή αυτών των έργων, είναι δηλωτικές των διαφορετικών χεριών που τα έχουν δουλέψει. Από τους φεγγίτες του Μουσείου Μπενάκη, οι τρεις πρώτοι διαφοροποιούνται από τον τέταρτο, ο οποίος οφείλεται σε άλλον τεχνίτη της ίδιας ομάδας.</div>
Title: Nouvelles lucarnes de marbre au musee Benaki
Description:
<div>Στη συλλογή έργων παραδοσιακής μαρμαρογλυπτικής του Μουσείου Μπενάκη προστέθηκαν πρόσφατα τέσσερις φεγγίτες μπαρόκ από την Τήνο.
Χρονολογημένοι στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, αποτελούν τα μόνα εκτιθέμενα σε ελληνικά μουσεία δείγματα φεγγιτών αυτής της περιόδου.
Μαζί με τα έξι παλαιότερα κομμάτια της συλλογής, που ανήκουν στην αμέσως προηγούμενη φάση (β μισό 18ου αιώνα), τα νέα αποκτήματα του Μουσείου έρχονται να συμπληρώσουν την εικόνα που μορφώνει ο επισκέπτης για την κατηγορία αυτή των προϊόντων της τηνιακής μαρμαρογλυπτικής.
</div><div>Οι φεγγίτες αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία διάτρητων υπερθύρων.
Καλύπτουν τα ανακουφιστικά τόξα πάνω από τις πόρτες και τα παράθυρα (εικ.
1) ή αντιστοιχούν σε ορθογωνικά ανοίγματα.
Εφοδιασμένοι με φυλακτικές και διακοσμητικές παραστάσεις, όπως τα λοιπά υπέρθυρα, έχουν επιπλέον και πρακτική αποστολή: να αφήνουν από τα διάτρητα μέρη τους το φως και τον αέρα να περνούν στο σπίτι, τόσο για τις ανάγκες της σηροτροφίας, όσο και για τη διατήρηση τροφίμων στους πίσω από αυτά χώρους.
Ευρύτατη χρήση τους σημειώνεται τον 18ο αιώνα.
Συνεχίζοντας τους τυπολογικά προγενέστερους ακόσμητους φεγγίτες (τους λεγόμενους “ίσιους”, εικ.
2), χαρακτηρίζονται στην αρχή από το συμπαγές (σόμικο) μάρμαρο ως υλικό και την τεχνική του αδρού αναγλύφου (εικ.
3), για να περάσουν σταδιακά στο λεπτό μάρμαρο σχιστολιθικής υφής (φιλιάρικο) και το χαμηλό ανάγλυφο (εικ.
4).
Από τα τέλη του αιώνα και κυρίως στις πρώτες δεκαετίες του 19ου επικρατούν φεγγίτες σε ύφος μπαρόκ-ροκοκό (εικ.
5).
Σε αυτούς, συνήθως μεγαλύτερων διαστάσεων, επανέρχεται ως υλικό το λευκό συμπαγές μάρμαρο, τώρα όμως δουλεμένο με επιμέλεια και από οργανωμένα εργαστήρια.
Τα διακοσμητικά θέματα είναι κατά το πλείστον φυτικά, σε πυκνή υπερφόρτωση.
</div><div>Οι τρεις πρώτοι από τους νέους φεγγίτες του Μουσείου Μπενάκη (κληροδότημα Μαριολοπούλου, αρ.
ευρ.
40249, 40250, 40251) συνανήκουν, προερχόμενοι από το ίδιο αρχοντικό του Πύργου Τήνου, και είναι κατασκευασμένοι από λευκό μάρμαρο Τήνου (Βαθής ή Αϊ-Λευτεριού).
Ο κεντρικός από αυτούς (112 x 134 x 4,5 εκ.
, εικ.
6), ημικυκλικός με οξυκόρυφο τόξο, φέρει στη βάση του τη χρονολογία <em>1815 </em><em>ΑΠΡΙΛΙΟΥ </em><em>27</em>.
Αποτελείται από δύο ζώνες, εκ των οποίων η κάτω είναι διαμορφωμένη σε κιονοστοιχία πέντε ανοιγμάτων με διπλοκάμπυλα τόξα.
Στην πάνω ζώνη ο συμμετρικά διατεταγμένος διάκοσμος αναπτύσσεται γύρω από ένα επίκεντρο κυκλικό άνοιγμα εν είδει μεταλλίου, το οποίο παραπέμπει σε πρότυπα ψευδοθυρεών, παίρνει όμως τη μορφή δοχείου με καρπούς (ρόδι και δύο αχλάδια), με χαρακτήρα γονιμικού συμβόλου.
Περιβάλλεται από φυτικά καταυχένια με ελικοειδείς φυλλοφόρους βλαστούς και, στην κορυφή, από μικρή αχιβάδα αντί λοφίου.
Εκατέρωθεν του ανοίγματος παραστέκει ανά ένα κέρας της Αμάλθειας, γεμάτο χυμώδη τριαντάφυλλα και μαργαρίτες, κατεξοχήν σύμβολο πλούτου και ευημερίας.
Ο φεγγίτης περιτρέχεται στην περίμετρό του από φαρδιά μπορντούρα με διαδοχικά τοξύλλια σχήματος C, από τα οποία φυτρώνουν φύλλα, τριαντάφυλλα και ρόδια.
</div><div>Οι δύο άλλοι φεγγίτες που τον συνοδεύουν (εικ.
7, 8) είναι όμοιοι μεταξύ τους, με μικροδιαφορές στην εκτέλεση.
Χρονολογούμενοι, από τον κεντρικό, επίσης στα 1815, παραλλάσσουν τις βασικές σχεδιαστικές γραμμές εκείνου, σύμφωνα με τις μικρότερες διαστάσεις τους (84,5 x 116 x 4,5 εκ.
).
Στην κάτω ζώνη η κιονοστοιχία αποτελείται από τέσσερα ανοίγματα, ενώ στην πάνω το επίκεντρο άνοιγμα συμπτύσσεται, έχοντας ως επίστεψη σειρά από πλατιά, γραμμωτά φύλλα.
Κάτω απ’ αυτό εικονίζεται δοχείο-κύλικα, γεμάτο με φρούτα (ρόδι και δύο αχλάδια) και με δύο ανεστραμμένα άνθη στις άκρες.
Στις δύο γωνίες της ζώνης αυτής εικονίζονται επίσης κέρατα της Αμάλθειας, σε παραλλαγή εκείνων του κεντρικού φεγγίτη, από τα οποία φυτρώνουν μαργαρίτες και αναδιπλούμενα φύλλα.
Παρόμοια είναι και η περιμετρική μπορντούρα, στην κορύφωση της οποίας έχει μεταφερθεί η μικρή αχιβάδα.
</div><div>Η τριάδα αυτή των φεγγιτών, ποιοτικά προσεγμένων και καλοδουλεμένων, μας παρέχει επιπλέον ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι δύο φεγγίτες των παραθύρων προσαρμόζονται στο σχέδιο και τη θεματογραφία του μεγαλύτερου και πλουσιότερου κεντρικού φεγγίτη της εισόδου.
</div><div>Ο τέταρτος φεγγίτης (δωρεά Ειρήνης Καλλιγά, αρ.
ευρ.
45065, εικ.
9) προέρχεται επίσης από την Τήνο και από εργαστήριο της περιφέρειας του Πανόρμου.
Παρουσιάζει τα ίδια τεχνικά και τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά του μπαρόκ με τους τρεις προηγούμενους και είναι κατασκευασμένος από όμοιο λευκό μάρμαρο.
Χρονολογικά είναι λίγο προγενέστερος εκείνων, σύμφωνα με τη σκαλισμένη στο κάτω δεξιό τμήμα του επιγραφή: <em>1806 </em>/ {86} / <em>ΑΠΡ</em>[ΙΛΙΟΥ] <em>13</em> / <em>ΠΕΡΟ</em>[C].
</div><div>Και αυτός ο φεγγίτης (διαστάσεις 70 x 100 x 6 εκ.
) είναι ημικυκλικός-οξυκόρυφος και αποτελείται από δύο ζώνες.
Στην κάτω ζώνη αναπτύσσεται κιονοστοιχία με επτά ανοίγματα, δίδυμους κιονίσκους και τόξα ημικυκλικά ταινιωτά.
Στην πάνω ζώνη, ως κύριο θέμα εικονίζεται καρδιόσχημο ανθοδοχείο με κοσμημένο σώμα και σιγμοειδείς λαβές, γεμάτο χυμώδη τριαντάφυλλα, εκ των οποίων το ενδιάμεσο ανεστραμμένο.
Όρθιο οξυκόρυφο κρίνο ή λωτός σημαδεύει τον άξονα της συμμετρίας, συνοδευόμενο εκατέρωθεν από τουλίπες, χαρακτηριστικά όλα του οθωμανικού μπαρόκ, όπως αυτό μεταφέρθηκε στο Αιγαίο.
Γύρω από το ανθοδοχείο αναπτύσσεται σύνθεση από φυλλωτά τοξύλλια σε σχήμα C και από πλατύφυλλα με γραμμώσεις, η οποία στην κορυφή καταλήγει σε τριμερές λοφίο.
Χαμηλότερα του λοφίου, πατούν πάνω σε πλατύφυλλα αντιμέτωπα πουλιά.
</div><div>Στις πλάγιες επιφάνειες της πάνω ζώνης, απεικονίζονται δύο θέματα ασυνήθιστα σε φεγγίτες του μπαρόκ.
Αριστερά όρθιος άνδρας, με την κεφαλή κατενώπιον και τυποποιημένα χαρακτηριστικά του προσώπου, κρατά το λουρί του κυνηγόσκυλού του, το οποίο έχει αποδοθεί σε όρθια στάση, όπως τα οικοσηματικού χαρακτήρα λιοντάρια της τοπικής μαρμαρογλυπτικής παράδοσης.
Ένας δεύτερος σκύλος κουλουριάζεται στο έδαφος, γεμίζοντας το κενό.
Τη δεξιά πλευρά της πάνω ζώνης καταλαμβάνει παράσταση ιστιοφόρου τύπου ναβέτας, θέματα και τα δύο που τα συναντάμε σε φεγγίτες της προηγούμενης χρονολογικής περιόδου, στο β μισό του 18ου αιώνα.
</div><div>Προφανώς, η ενσωμάτωση των θεμάτων αυτών οφείλεται σε παραγγελία του πελάτη και ο τεχνίτης, μη έχοντας ανάλογα πρότυπα από τους φεγγίτες του μπαρόκ, κατέφυγε στην παρακαταθήκη του προγενέστερου τύπου.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η ενδυμασία του άνδρα δεν αποδίδει τη νησιώτικη βράκα, που βλέπουμε στους φεγγίτες του 18ου αιώνα, αλλά ευρωπαϊκή φορεσιά, με πρόθεση ρεαλιστικής απόδοσης.
Αν ληφθεί υπόψη ότι στις αρχές του 19ου αιώνα η ευρωπαϊκή ενδυμασία είχε ήδη αντικαταστήσει, για τους αστούς και τους εμπόρους του νησιού, την παλιά τηνιακή φορεσιά, όπως μαρτυρεί ο Μαρκάκης Ζαλλώνης το 1809, τότε θα μπορούσε εύλογα να συμπεράνει κανείς ότι ο παραγγελιοδότης του φεγγίτη ήταν κάποιος πλούσιος έμπορος και πλοιοκτήτης, ο οποίος είχε υιοθετήσει τον ευρωπαϊκό τρόπο ενδυμασίας.
Η αναγραφή του ονόματος «<em>Πέρος</em>» επιτρέπει την υπόθεση, εφόσον το θεωρήσουμε ως επώνυμο και όχι ως βαφτιστικό (Πέτρος), να το συσχετίσουμε με τον «<em>Γεώργιο</em> <em>Πέρο, γέροντα του χωρίου Πλατειά</em>», που υπογράφει εκπροσωπώντας το χωριό του το 1806, το ίδιο δηλαδή έτος με την κατασκευή του φεγγίτη.
Η περίπτωση να αποτελεί υπογραφή του τεχνίτη μάλλον αποκλείεται, για ένα έργο δηλωτικό ιδιοκτησίας και κοινωνικής προβολής, και μάλιστα σε εποχή κατά την οποία τα ενυπόγραφα έργα σπανίζουν και αφορούν μεγάλες κατασκευές.
</div><div>Το εργαστήριο στο οποίο θα αποδώσουμε τους μπαρόκ φεγγίτες του Μουσείου Μπενάκη το έχουμε ονομάσει συμβατικά «εργαστήριο του τέμπλου των Δυο Xωριών», από το διαλυμένο σήμερα τέμπλο του στην Παναγία των Δυο Xωριών Τήνου (περ.
1800).
Στην ουσία πρόκειται μάλλον για μια πλειάδα οικογενειακών εργαστηρίων και μεμονωμένων μαρμαράδων κοινής μαθητείας, που συνεργάζονται μεταξύ τους σε βάση συνεταιριστική ή υπεργολαβική, ή συγκροτούν πρόσκαιρα συνεργεία (κομπανίες).
Στη δραστηριότητά τους μπορούμε να συμπεριλάβουμε εργασίες στην Τήνο, την Άνδρο και το Άγιον Όρος (εικ.
10-12).
Η στενή συγγένεια που παρουσιάζουν οι τέσσερις αυτοί φεγγίτες του Μουσείου Μπενάκη με τα παραπάνω έργα, τόσο στη θεματογραφία όσο –το σημαντικότερο– στη σύνθεση, το ύφος και την τεχνική, μαρτυρεί την κοινή αφετηρία τους.
Παράλληλα, οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται, χωρίς να αναιρούν την κοινή αναγωγή αυτών των έργων, είναι δηλωτικές των διαφορετικών χεριών που τα έχουν δουλέψει.
Από τους φεγγίτες του Μουσείου Μπενάκη, οι τρεις πρώτοι διαφοροποιούνται από τον τέταρτο, ο οποίος οφείλεται σε άλλον τεχνίτη της ίδιας ομάδας.
</div>.
Related Results
Frontières de l’humain et technologies de genre monstrueux
Frontières de l’humain et technologies de genre monstrueux
Cet article fait appel à la théorie queer (Butler, Preciado, Halberstam) pour proposer une analyse du Fol marbre de Dennis Cooper, en poursuivant l’hypothèse que le roman vise à ré...
Détection automatique des défauts du marbre en vue de reconfigurer des machines-outils à commande numérique
Détection automatique des défauts du marbre en vue de reconfigurer des machines-outils à commande numérique
L'usinage du marbre est considéré comme une problématique industrielle vu qu'il s'agit d'un matériau très fragile et hétérogène. En effet, lors de l'usinage d'une plaque, une fissu...
Les marbres de Flandres et du Hainaut à Versailles
Les marbres de Flandres et du Hainaut à Versailles
La Belgique et le Nord de la France sont depuis deux mille ans des régions d’exploitation de pierres de construction et de marbres renommés. Dès la période baroque, des centaines d...
Provenance assignment of archaeological marbles in the museum of Ballıhisar (Central Anatolia, Turkey)
Provenance assignment of archaeological marbles in the museum of Ballıhisar (Central Anatolia, Turkey)
Dix objets en marbre blanc conservés au Musée de Ballıhisar, en Anatolie centrale, ont été soumis à une analyse isotopique : deux sarcophages, cinq éléments architecturaux, deux mo...
Le musée d’Art moderne de Rio de Janeiro
Le musée d’Art moderne de Rio de Janeiro
Au cours des récentes années, il a beaucoup été question d’inflation de la mémoire, du devenir spectaculaire des musées et de la prolifération des espaces d’exposition en tant qu’e...
Décor et marbre de Caunes dans la nef de Saint-Pierre de Rome
Décor et marbre de Caunes dans la nef de Saint-Pierre de Rome
Pascal Julien, Décor et marbre de Cannes dans la nef de Saint-Pierre de Rome, p. 699-716.
Dans la nef de Saint-Pierre de Rome, le Bernin a employé de nombreux marbres pr...
Raffaele Gargiulo e la sua collezione di vasi al Museo Archeologico Nazionale di Napoli : ricerche sul restauro dei vasi antichi nella prima metà del XIX secolo a Napoli : tecniche e materiali
Raffaele Gargiulo e la sua collezione di vasi al Museo Archeologico Nazionale di Napoli : ricerche sul restauro dei vasi antichi nella prima metà del XIX secolo a Napoli : tecniche e materiali
Raffaele Gargiulo et sa collection de vases (Musée Archéologique National de Naples) : recherches sur la restauration des vases antiques dans la première moitié du XIXe siècle à Na...

