Javascript must be enabled to continue!
Integrated management of vector borne diseases in conditions of humanitarian crisis with emphasis on vector control
View through CrossRef
Οι εντομομεταδιδόμενες ασθένειες αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα πλήττοντας δυσανάλογα φτωχούς και περιθωριοποιημένους πληθυσμούς. Κατά την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα και γείτονες χώρες είναι αντιμέτωπες με την εμφάνιση/επανεμφάνιση σημαντικών ασθενειών που μεταδίδονται από κουνούπια και φλεβοτόμους - θέτοντας σημαντικές προκλήσεις για τη δημόσια υγεία. Μέσα σε αυτό το έντονο επιδημιολογικό περιβάλλον, χιλιάδες πρόσφυγες διαμένουν επί του παρόντος σε προσωρινές δομές υπό ανεπαρκείς συνθήκες διαβίωσης, ενδεχομένως αντιμετωπίζοντας αυξημένο κίνδυνο έκθεσης στα εν λόγω νοσήματα. Η προστασία της δημόσιας υγείας έναντι των εντομεταδιδόμενων ασθενειών βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε προγράμματα καταπολέμησης των φορέων με την χρήση εντομοκτόνων. Ωστόσο, ένα παγκόσμιο πρόβλημα που σχετίζεται με την εκτεταμένη χρήση περιορισμένου αριθμού διαθέσιμων εντομοκτόνων είναι η ανάπτυξη ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα σε πληθυσμούς φορέων, απειλώντας την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων. Η ανάπτυξη κατάλληλων προγραμμάτων καταπολέμησης (βασιζόμενα σε δεδομένα επιτήρησης) και η διαχείριση της ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα αποτελούν επιτακτική ανάγκη για τον αποτελεσματικό έλεγχο των φορέων και των ασθενειών που μεταδίδουν. Βασικές προϋποθέσεις για αυτό περιλαμβάνουν, ο εντοπισμός μοριακών μηχανισμών που προσδίδουν ανθεκτικότητα, η ανάπτυξη ολοκληρωμένων συστημάτων επιτήρησης με έμφαση σε περιοχές αυξημένης επιδημιολογικής σημασίας και η μετατροπή των δεδομένων επιτήρησης σε επιχειρησιακή γνώση/πληροφορία. Η διδακτορική μου μελέτη πραγματοποιήθηκε σε τρία ερευνητικά μέρη. Στο 1ο μέρος, αναλύθηκαν κουνούπια Culex pipiens – που είναι ο κύριος φορέας του ιού του Δυτικού Νείλου, για μεταλλαγές που παρέχουν ανθεκτικότητα στο diflubenzuron (DFB), ένα από τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα προνυμφοκτόνα. Αναλύσεις αλληλούχισης σε πληθυσμούς από την Ιταλία αποκάλυψαν την παρουσία μιας νέας μεταλλαγής, της I1043F, στο γονίδιο συνθάσης της χιτινής (CHS) των κουνουπιών. H συγκεκριμένη μεταλλαγή (η οποία έχει βρεθεί επίσης σε έντομα γεωργικής σημασίας και έχει συσχετιστεί με πολύ υψηλά επίπεδα ανθεκτικότητας στο DFB) βρέθηκε να είναι σημαντικά υψηλότερη σε Cx. pipiens κουνούπια που επιβίωσαν σε υψηλές δόσεις DFB. Αναλύσεις για την παρουσία/συχνότητα της I1043F και των μεταλλαγών I1043L και I1043M που έχουν εντοπιστεί παλαιότερα, σε Cx. pipiens κουνούπια από διάφορες χώρες της Μεσογείου κατέγραψαν υψηλές συχνότητες μεταλλαγών σε πληθυσμούς από την Ιταλία, φτάνοντας το 93,3% για την I1043M, το 64,8% για την I1043L και το 10% για την I1043F, εγείροντας μεγάλη ανησυχία για τα προγράμματα καταπολέμησης κουνουπιών στην Ευρώπη και επισημαίνοντας την αναγκαιότητα ανάπτυξης κατάλληλων προγραμμάτων διαχείρισης της ανθεκτικότητας. Επίσης ανέλυσα σκνίπες-φορείς λεϊσμανίασης που συλλέχθηκαν από την Ελλάδα και την Τουρκία για την παρουσία και τη συχνότητα μεταλλαγών kdr που σχετίζονται με ανθεκτικότητα στα πυρεθροειδή (τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα ακμαιοκτόνα). Η μεταλλαγή L1014F (η οποία σε ομοζυγωτία έχει συσχετιστεί με ανθεκτικούς φαινοτύπους στα πυρεθροειδή σε πολλά έντομα) ανιχνεύθηκε σε δείγματα Phlebotomus papatasi από την Sanliurfa, Τουρκία σε αλληλική συχνότητα 48% με τα L1014F/L1014F ομόζυγα άτομα να αντιπροσωπεύουν το 32% του πληθυσμού. Αυτή είναι η πρώτη αναφορά μεταλλαγών ανθεκτικότητας στον κύριο φορέα λεϊσμανίασης P. papatasi, προκαλώντας ιδιαίτερη ανησυχία για την καταπολέμηση της λεϊσμανίασης. Στο 2ο μέρος: Αναπτύχθηκε ένα δίκτυο επιτήρησης φορέων / παθογόνων σε τέσσερα κέντρα φιλοξενίας προσφύγων στην Ελλάδα. Καταγράφηκαν σημαντικά είδη κουνουπιών και σκνιπών - φορείς παθογόνων καθώς και υψηλά ποσοστά μόλυνσης από Leishmania donovani και L. tropica σε δείγματα σκνιπών, δείχνοντας πως οι τοπικοί προσφυγικοί πληθυσμοί αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης από εντομομεταδιδόμενες ασθένειες. Επιπλέον, αναλύσεις στα συλλεχθέντα άτομα κουνουπιών/σκνιπών για την παρουσία/συχνότητα μεταλλαγών kdr και ανθεκτικότητας στο DFB, αποκάλυψε την παρουσία μεταλλαγών kdr σε τοπικούς πληθυσμούς Cx. pipiens και Aedes albopictus, αποτελώντας πιθανή απειλή κατά της αποτελεσματικότητας πυρεθροειδών εντομοκτόνων στα υπό μελέτη κέντρα. Η καθιέρωση προγραμμάτων επιτήρησης / καταπολέμησης εντομομεταδιδόμενων ασθενειών σε οικισμούς προσφύγων και η πραγματοποίηση στοχοθετημένων δράσεων για την διασφάλιση επαρκών συνθηκών διαβίωσης, αποτελούν απαραίτητες ενέργειες για την προστασία των προσφυγικών πληθυσμών. Στο 3ο μέρος : Σχεδίασα το VectorMap-GR: ένα ανοιχτής πρόσβασης επιχειρησιακό εργαλείο διαχείρισης εντομολογικών δεδομένων, που υποστηρίζει την παραγωγή επιχειρησιακών GIS χαρτών και γραφημάτων. Το σύστημα επιτρέπει επίσης συγκρίσεις και συσχετίσεις των εντομολογικών δεδομένων με σύνολα επιδημιολογικών δεδομένων. Η ενσωμάτωση του νέου εργαλείου σε προγράμματα καταπολέμησης μπορεί να βοηθήσει στην ιεράρχηση περιοχών σε σχέση με την ευπάθεια μετάδοσης ασθενειών, την ανάπτυξη έγκαιρων και κατάλληλων αποκρίσεων ελέγχου/καταπολέμησης καθώς και την αξιολόγηση τρεχόντων και προηγούμενων προγραμμάτων καταπολέμησης.
Title: Integrated management of vector borne diseases in conditions of humanitarian crisis with emphasis on vector control
Description:
Οι εντομομεταδιδόμενες ασθένειες αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα πλήττοντας δυσανάλογα φτωχούς και περιθωριοποιημένους πληθυσμούς.
Κατά την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα και γείτονες χώρες είναι αντιμέτωπες με την εμφάνιση/επανεμφάνιση σημαντικών ασθενειών που μεταδίδονται από κουνούπια και φλεβοτόμους - θέτοντας σημαντικές προκλήσεις για τη δημόσια υγεία.
Μέσα σε αυτό το έντονο επιδημιολογικό περιβάλλον, χιλιάδες πρόσφυγες διαμένουν επί του παρόντος σε προσωρινές δομές υπό ανεπαρκείς συνθήκες διαβίωσης, ενδεχομένως αντιμετωπίζοντας αυξημένο κίνδυνο έκθεσης στα εν λόγω νοσήματα.
Η προστασία της δημόσιας υγείας έναντι των εντομεταδιδόμενων ασθενειών βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε προγράμματα καταπολέμησης των φορέων με την χρήση εντομοκτόνων.
Ωστόσο, ένα παγκόσμιο πρόβλημα που σχετίζεται με την εκτεταμένη χρήση περιορισμένου αριθμού διαθέσιμων εντομοκτόνων είναι η ανάπτυξη ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα σε πληθυσμούς φορέων, απειλώντας την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.
Η ανάπτυξη κατάλληλων προγραμμάτων καταπολέμησης (βασιζόμενα σε δεδομένα επιτήρησης) και η διαχείριση της ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα αποτελούν επιτακτική ανάγκη για τον αποτελεσματικό έλεγχο των φορέων και των ασθενειών που μεταδίδουν.
Βασικές προϋποθέσεις για αυτό περιλαμβάνουν, ο εντοπισμός μοριακών μηχανισμών που προσδίδουν ανθεκτικότητα, η ανάπτυξη ολοκληρωμένων συστημάτων επιτήρησης με έμφαση σε περιοχές αυξημένης επιδημιολογικής σημασίας και η μετατροπή των δεδομένων επιτήρησης σε επιχειρησιακή γνώση/πληροφορία.
Η διδακτορική μου μελέτη πραγματοποιήθηκε σε τρία ερευνητικά μέρη.
Στο 1ο μέρος, αναλύθηκαν κουνούπια Culex pipiens – που είναι ο κύριος φορέας του ιού του Δυτικού Νείλου, για μεταλλαγές που παρέχουν ανθεκτικότητα στο diflubenzuron (DFB), ένα από τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα προνυμφοκτόνα.
Αναλύσεις αλληλούχισης σε πληθυσμούς από την Ιταλία αποκάλυψαν την παρουσία μιας νέας μεταλλαγής, της I1043F, στο γονίδιο συνθάσης της χιτινής (CHS) των κουνουπιών.
H συγκεκριμένη μεταλλαγή (η οποία έχει βρεθεί επίσης σε έντομα γεωργικής σημασίας και έχει συσχετιστεί με πολύ υψηλά επίπεδα ανθεκτικότητας στο DFB) βρέθηκε να είναι σημαντικά υψηλότερη σε Cx.
pipiens κουνούπια που επιβίωσαν σε υψηλές δόσεις DFB.
Αναλύσεις για την παρουσία/συχνότητα της I1043F και των μεταλλαγών I1043L και I1043M που έχουν εντοπιστεί παλαιότερα, σε Cx.
pipiens κουνούπια από διάφορες χώρες της Μεσογείου κατέγραψαν υψηλές συχνότητες μεταλλαγών σε πληθυσμούς από την Ιταλία, φτάνοντας το 93,3% για την I1043M, το 64,8% για την I1043L και το 10% για την I1043F, εγείροντας μεγάλη ανησυχία για τα προγράμματα καταπολέμησης κουνουπιών στην Ευρώπη και επισημαίνοντας την αναγκαιότητα ανάπτυξης κατάλληλων προγραμμάτων διαχείρισης της ανθεκτικότητας.
Επίσης ανέλυσα σκνίπες-φορείς λεϊσμανίασης που συλλέχθηκαν από την Ελλάδα και την Τουρκία για την παρουσία και τη συχνότητα μεταλλαγών kdr που σχετίζονται με ανθεκτικότητα στα πυρεθροειδή (τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα ακμαιοκτόνα).
Η μεταλλαγή L1014F (η οποία σε ομοζυγωτία έχει συσχετιστεί με ανθεκτικούς φαινοτύπους στα πυρεθροειδή σε πολλά έντομα) ανιχνεύθηκε σε δείγματα Phlebotomus papatasi από την Sanliurfa, Τουρκία σε αλληλική συχνότητα 48% με τα L1014F/L1014F ομόζυγα άτομα να αντιπροσωπεύουν το 32% του πληθυσμού.
Αυτή είναι η πρώτη αναφορά μεταλλαγών ανθεκτικότητας στον κύριο φορέα λεϊσμανίασης P.
papatasi, προκαλώντας ιδιαίτερη ανησυχία για την καταπολέμηση της λεϊσμανίασης.
Στο 2ο μέρος: Αναπτύχθηκε ένα δίκτυο επιτήρησης φορέων / παθογόνων σε τέσσερα κέντρα φιλοξενίας προσφύγων στην Ελλάδα.
Καταγράφηκαν σημαντικά είδη κουνουπιών και σκνιπών - φορείς παθογόνων καθώς και υψηλά ποσοστά μόλυνσης από Leishmania donovani και L.
tropica σε δείγματα σκνιπών, δείχνοντας πως οι τοπικοί προσφυγικοί πληθυσμοί αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης από εντομομεταδιδόμενες ασθένειες.
Επιπλέον, αναλύσεις στα συλλεχθέντα άτομα κουνουπιών/σκνιπών για την παρουσία/συχνότητα μεταλλαγών kdr και ανθεκτικότητας στο DFB, αποκάλυψε την παρουσία μεταλλαγών kdr σε τοπικούς πληθυσμούς Cx.
pipiens και Aedes albopictus, αποτελώντας πιθανή απειλή κατά της αποτελεσματικότητας πυρεθροειδών εντομοκτόνων στα υπό μελέτη κέντρα.
Η καθιέρωση προγραμμάτων επιτήρησης / καταπολέμησης εντομομεταδιδόμενων ασθενειών σε οικισμούς προσφύγων και η πραγματοποίηση στοχοθετημένων δράσεων για την διασφάλιση επαρκών συνθηκών διαβίωσης, αποτελούν απαραίτητες ενέργειες για την προστασία των προσφυγικών πληθυσμών.
Στο 3ο μέρος : Σχεδίασα το VectorMap-GR: ένα ανοιχτής πρόσβασης επιχειρησιακό εργαλείο διαχείρισης εντομολογικών δεδομένων, που υποστηρίζει την παραγωγή επιχειρησιακών GIS χαρτών και γραφημάτων.
Το σύστημα επιτρέπει επίσης συγκρίσεις και συσχετίσεις των εντομολογικών δεδομένων με σύνολα επιδημιολογικών δεδομένων.
Η ενσωμάτωση του νέου εργαλείου σε προγράμματα καταπολέμησης μπορεί να βοηθήσει στην ιεράρχηση περιοχών σε σχέση με την ευπάθεια μετάδοσης ασθενειών, την ανάπτυξη έγκαιρων και κατάλληλων αποκρίσεων ελέγχου/καταπολέμησης καθώς και την αξιολόγηση τρεχόντων και προηγούμενων προγραμμάτων καταπολέμησης.
Related Results
Cash‐based approaches in humanitarian emergencies: a systematic review
Cash‐based approaches in humanitarian emergencies: a systematic review
This Campbell systematic review examines the effectiveness, efficiency and implementation of cash transfers in humanitarian settings. The review summarises evidence from five studi...
Humanitarian diplomacy
Humanitarian diplomacy
Problem setting. Ensuring constant access to humanitarian aid during military conflicts and complex emergencies has always been an important issue for politicians. Its solution is ...
Navigating Crisis: The Contribution of Humanitarian-Business Partnerships to Humanitarian Logistics
Navigating Crisis: The Contribution of Humanitarian-Business Partnerships to Humanitarian Logistics
The significance of effective management of humanitarian logistics cannot be overstated. As humanitarian operations become increasingly complex, enhancing logistics performance has...
Human Resource Management and Humanitarian Operations Performance: A Case Study of Humanitarian Organizations in Malaysia
Human Resource Management and Humanitarian Operations Performance: A Case Study of Humanitarian Organizations in Malaysia
Aim/Purpose: This research aims to analyze the effect of human resource management on humanitarian operations performance, using humanitarian organizations in Malaysia as a case.
...
Socio-Demographic and Eco-Epidemiological Parameters of Tick-Borne Infections Morbidity in Baikal Region
Socio-Demographic and Eco-Epidemiological Parameters of Tick-Borne Infections Morbidity in Baikal Region
The aim of the work was to compare the main socio-demographic and eco-epidemiological parameters of tick-borne viral encephalitis, tick-borne borrelioses and tick-borne rickettsios...
Nonlinear optimal control for robotic exoskeletons with electropneumatic actuators
Nonlinear optimal control for robotic exoskeletons with electropneumatic actuators
Purpose
To provide high torques needed to move a robot’s links, electric actuators are followed by a transmission system with a high transmission rate. For instance, gear ratios of...
Change or paradox: the double-edged sword effect of organizational crisis on employee behavior
Change or paradox: the double-edged sword effect of organizational crisis on employee behavior
PurposeBased on cognitive appraisal theory of stress, this study develops an integrated model to examine the double-edged sword effect and boundary conditions of the impact of orga...
5.C. Scientific session: Strengthen resilience against emerging vector-borne diseases through the ECDC Fellowship Programmes
5.C. Scientific session: Strengthen resilience against emerging vector-borne diseases through the ECDC Fellowship Programmes
Abstract
Over the past decade, climate change has impacted the transmission of a wide range of vector-borne diseases (VBDs) in...

